Τρελοποδόσφαιρο


Τα μεγαλύτερα γήπεδα του κόσμου by The_Stranger
31/03/2010, 01:49
Filed under: Γήπεδα

Όπως ένας τραγουδιστής αποδίδει καλύτερα σε έναν γεμάτο συναυλιακό χώρο, όπως ένας ηθοποιός «λάμπει» περισσότερο όταν βρίσκεται σε ένα κατάμεστο θέατρο, έτσι και οι ποδοσφαιριστές παίζουν καλύτερα σε γεμάτα γήπεδα. Και πολύ περισσότερο όταν τα γήπεδα των ομάδων τους είναι…τεράστια! Σήμερα θα δούμε τα δέκα μεγαλύτερα γήπεδα ποδοσφαίρου στον κόσμο – κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται και για άλλα αθλήματα πέραν του ποδοσφαίρου, ενώ κάποια άλλα είναι αμιγώς ποδοσφαιρικά.

Πριν ξεκινήσουμε την αντίστροφη μέτρηση, να πούμε ότι φυσικά η Ελλάδα δεν έχει γήπεδο σε αυτό το top 10, με το Ολυμπιακό Στάδιο να βρίσκεται μόλις στην 38η θέση της κατάταξης, με χωρητικότητα 71.030 θεατών. Επίσης, να ξεκαθαρίσουμε ότι μιλάμε για επίσημες χωρητικότητες, και όχι για μεμονωμένα περιστατικά όπου μπήκαν 200.000 οπαδοί σε ένα γήπεδο. Και μετά από αυτές τις απαραίτητες πληροφορίες, ξεκινάμε την περιήγησή μας στα μεγαλύτερα γήπεδα του κόσμου!

10. Το ταξίδι μας ξεκινάει από τη μακρινή Μαλαισία, και συγκεκριμένα από την πρωτεύουσα της χώρας, Κουάλα Λουμπούρ. Εκεί θα βρούμε το Εθνικό Στάδιο Μπουκίτ Τζαλίλ, το μεγαλύτερο γήπεδο της Μαλαισίας, με χωρητικότητα 87.411 θεατών. Χτίστηκε το 1998 στο προάστιο της Κουάλα Λουμπούρ, Μπουκίτ Τζαλίλ (εξ ου και το όνομά του), με σκοπό να φιλοξενήσει τους Αγώνες Κοινοπολιτείας του 1998, μια διοργάνωση στην οποία συμμετέχουν τα μέλη της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Χαρακτηριστικό είναι πως το γήπεδο χτίστηκε τρεις μήνες νωρίτερα από τους αρχικούς υπολογισμούς (καμία σχέση με το ελληνικό «συρτάκι» των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004…), ενώ σήμερα αποτελεί την έδρα της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου της Μαλαισίας. Στη φωτογραφία βλέπετε ένα κατάμεστο Μπουκίτ Τζαλίλ, σε πρόσφατο τελικό Κυπέλλου που διεξήχθη εκεί, μεταξύ της Κελαντάν και της Νεγκέρι Σεμπιλάν.

9. Δε χρειάζεται να ταξιδέψουμε πολύ μακριά για να φτάσουμε στο γήπεδο. Λίγο πιο κάτω από τη Μαλαισία θα πάμε, και συγκεκριμένα στην Ινδονησία. Στην πρωτεύουσα Τζακάρτα θα συναντήσουμε το επιβλητικό στάδιο Μπουνγκ Κάρνο, το ποδοσφαιρικό γήπεδο του οποίου έχει χωρητικότητα 88.306 θεατών. Εκτός του γηπέδου ποδοσφαίρου, το όλο σύμπλεγμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, γήπεδα για τένις, σόφτμπολ και χόκεϊ επί πάγου. Η ανέγερση του Μπουνγκ Κάρνο ολοκληρώθηκε το 1962, εν όψει των 4ων Πανασιατικών Αγώνων που διεξήχθησαν την ίδια χρονιά στην Τζακάρτα. Η ονομασία του γηπέδου προέρχεται από τον περίφημο Πρόεδρο της Ινδονησίας, Σουκάρνο – το «Μπονγκ Κάρνο» μεταφράζεται περίπου σαν «μεγάλος αδελφός Σουκάρνο». Σήμερα, το ποδοσφαιρικό γήπεδο χρησιμοποιείται για τα παιχνίδια της Εθνικής Ποδοσφαίρου της Ινδονησίας, αλλά και για αυτά της τοπικής ομάδας Περσίγια Τζακάρτα. Στη φωτογραφία βλέπετε στιγμιότυπο από ένα παιχνίδι της Ινδονησίας κόντρα στη Σαουδική Αραβία, για το Ασιατικό Κύπελλο 2007, το οποίο διοργανώθηκε στην Τζακάρτα.

7. Στην έβδομη θέση έχουμε δύο γήπεδα με την ίδια χωρητικότητα: 90.000 θεατές. Εντάξει, κάποιο από τα δύο πιθανότατα θα έχει μια-δυο λιγότερες ή περισσότερες, αλλά σιγά μην κάτσουμε να τις μετράμε μία-μία! Μαζί στην έβδομη θέση, λοιπόν, τα εξής δύο γήπεδα:

– Στάδιο Γουέμπλεϊ (Αγγλία): Εντάξει, προφανώς δε χρειάζονται συστάσεις για ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα γήπεδα του κόσμου. Μιλάμε για τον χώρο που έχει συνδέσει το όνομά του με τις μεγαλύτερες στιγμές του αγγλικού ποδοσφαίρου («την εξής μία: Την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966», θα πουν οι κακεντρεχείς – αλλά δεν είναι έτσι…). Το «παλιό» Γουέμπλεϊ χτίστηκε μέσα σε 300 ακριβώς μέρες και άνοιξε για το κοινό στις 28 Απριλίου του 1923. Το αρχικό του όνομα ήταν Εμπάιρ Πάρκ (Γήπεδο της Αυτοκρατορίας), όμως τελικά επικράτησε το όνομα της περιοχής στην οποία βρίσκεται το γήπεδο, βορειοδυτικά του Λονδίνου. Ωστόσο, το «παλιό» Γουέμπλεϊ κατεδαφίστηκε το 2003, και στη θέση του χτίστηκε το νέο Γουέμπλεϊ, το οποίο άνοιξε τις πύλες του στις 9 Μαρτίου του 2007. Το γήπεδο ποδοσφαίρου του Γουέμπλεϊ είναι η έδρα της Εθνικής Αγγλίας, ενώ εκεί γίνονται και οι τελικοί του Αγγλικού Κυπέλλου. Επίσης, στο Γουέμπλεϊ θα διεξαχθεί ο τελικός του Champions League το 2011. Στην φωτογραφία, ένα σχεδόν άδειο Γουέμπλεϊ φιλοξενεί τον τελικό των πλέι-οφ της League 2, της τέταρτης τη τάξει κατηγορίας στην Αγγλία, το 2008.

– Στάδιο Αζάντι (Ιράν): Αντίθετα με το Γουέμπλεϊ, είναι μάλλον απίθανο να γνωρίζετε το στάδιο Αζάντι, το μεγαλύτερο στάδιο του Ιράν και όλης της Μέσης Ανατολής. Κι όμως, κι αυτό έχει την ίδια χωρητικότητα: 90.000 θεατές μπορούν να απολαύσουν εκεί τα παιχνίδια της Εθνικής Ομάδας του Ιράν, αλλά και των συλλόγων Περσέπολις και Εστεγκλάλ. Το στάδιο ανεγέρθη το 1974, ώστε να καλύψει τις ανάγκες της διοργάνωσης των Πανασιατικών Αγώνων του 1974, οι οποίοι διεξήχθησαν στην Τεχεράνη. Η αρχική χωρητικότητα του γηπέδου ανερχόταν στους 120.000 θεατές, όμως μειώθηκε διαδοχικά σε 100.000 και σε 90.000 θεατές, μετά από ανακαινίσεις. Επίσης, το αρχικό όνομα του Αζάντι ήταν «Στάδιο Αριαμέρ», προς τιμήν του παλιού Σάχη του Ιράν, όμως μετονομάστηκε μετά την Ιρανική Επανάσταση σε «Αζάντι», που σημαίνει «ελευθερία». Στη φωτογραφία, ένα μισογεμάτο Αζάντι – φανταστείτε το γεμάτο, δηλαδή!

6. Για τις ανάγκες της 6ης θέσης, θα ταξιδέψουμε για πρώτη (και τελευταία σε αυτή τη λίστα) φορά στην Αφρική, και πιο συγκεκριμένα στην Νότιο Αφρική. Εκεί, στο Γιοχάνεσμπουργκ, βρίσκεται το Σόκερ Σίτι (Πόλη του Ποδοσφαίρου), ένα γήπεδο αυστηρά ποδοσφαιρικό, το οποίο θα δούμε και στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο – μάλιστα, θα φιλοξενήσει και έναν αγώνα του ομίλου της Ελλάδας, αυτόν μεταξύ της Αργεντινής και της Νοτίου Κορέας, αλλά και τον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Το Σόκερ Σίτι άνοιξε το 1989, και η σημασία του δεν είναι μόνο ποδοσφαιρική, καθώς είναι ο χώρος στον οποίο ο Νέλσον Μαντέλα εκφώνησε τον πρώτο του λόγο μετά την αποφυλάκισή του. Μέχρι το 2009, όταν και ανακαινίστηκε για τις ανάγκες του Μουντιάλ, η χωρητικότητά του κυμαινόταν γύρω στους 80.000 θεατές. Μετά την ανακαίνιση, όμως, η χωρητικότητά του ανέρχεται στους 94.700 θεατές, καθιστώντας το το μεγαλύτερο γήπεδο της Αφρικής. Αγώνες δεν έχουν διεξαχθεί ακόμα μετά την ανακαίνισή του, όμως σε αυτήν την εικόνα θα το δείτε από την εξωτερική του πλευρά. Για να δείτε και την εσωτερική του, θα πρέπει να περιμένετε λίγους μήνες…

5. Μπαίνουμε στην πρώτη πεντάδα με ένα πολύ γνωστό μας γήπεδο: Το Καμπ Νου της Βαρκελώνης, στο οποίο αγωνίζεται η Μπαρτσελόνα. Το «Εστάδι ντελ Μπαρτσελόνα», όπως λεγόταν αρχικά, άρχισε να κατασκευάζεται το 1954 και ολοκληρώθηκε το 1957. Η χωρητικότητα του γηπέδου τότε ήταν περίπου στους 106.000 θεατές, ενώ έφτασε μέχρι και τους 120.000 θεατές κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, που διοργανώθηκε στην Ισπανία. Σήμερα, βέβαια, η χωρητικότητά του μπορεί να έχει μειωθεί στους 98.772 θεατές, όμως εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γήπεδο της Ευρώπης και το πέμπτο μεγαλύτερο στον κόσμο. Μάλιστα, η διοίκηση της Μπαρτσελόνα έχει ήδη αποφασίσει την ανακαίνιση του γηπέδου, στα σχέδια της οποίας περιλαμβάνεται και η επέκταση της χωρητικότητας του Καμπ Νου κατά 10.000 θεατές. Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο, απολάυστε το Καμπ Νου όπως είναι τώρα:

4. Πού δεν έχουμε ταξιδέψει ακόμα; Σε Αμερική και Ωκεανία. Για την ώρα, θα επισκεφθούμε την Αυστραλία, και συγκεκριμένα τη Μελβούρνη, στην οποία θα βρούμε το Μέλμπορν Κρίκετ Γκράουντ, ή MCG για συντομία – οι δε κάτοικοι της Μελβούρνης, για ακόμα μεγαλύτερη συντομία, το λένε απλά «G». Μη σας μπερδεύει το όνομά του: Μπορεί να χρησιμοποιείται κυρίως για αγώνες κρίκετ (ναι, αυτό το περίεργο παιχνίδι που για κάποιον ακατανόητο λόγο αρέσει πολύ στους Άγγλους, τους Αυστραλούς, τους Ινδούς και τους Πακιστανούς), όμως εκεί γίνονται και αγώνες ποδοσφαίρου, και άρα το MCG ανήκει σε αυτό το top 10. Το γήπεδο ποδοσφαίρου έχει χωρητικότητα 100.000 θεατών, μεγαλύτερο από κάθε άλλο στην Ωκεανία και 4ο μεγαλύτερο στον κόσμο. Επίσης, μιλάμε για ένα από τα πιο παλιά γήπεδα του κόσμου, αφού η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το…1854! Ακόμα ένα στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι το MCG είναι το γήπεδο που διαθέτει τους ψηλότερους πύργους προβολέων στον κόσμο, με ύψος περίπου 85 μέτρων. Στην εικόνα που ακολουθεί, βλέπετε το MCG τη μέρα που φιλοξένησε τον φιλικό αγώνα μεταξύ Αυστραλίας και Ελλάδας, στις 25 Μαΐου του 2006, μπροστά σε 95.103 θεατές.

3. Ποια ήπειρος μας έμεινε; Σωστά, η Αμερική. Εκεί πάμε τώρα. Αλλά όχι στην Βραζιλία, όπως ίσως να περιμένετε. Ούτε στην Αργεντινή. Κοιτάξτε λίγο πιο πάνω, και θα καταλήξετε στο Μεξικό. Εκεί πάμε, στο Εστάδιο Αζτέκα, ένα από τα πιο θρυλικά γήπεδα στον κόσμο – αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα, με επίσημη χωρητικότητα 105.000 θεατών. Το Αζτέκα κατασκευάστηκε το 1966, ώστε να καλύψει τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 1968, όμως τις μεγαλύτερες στιγμές του τις έχει γνωρίσει το 1970 και το 1986, όταν φιλοξένησε τους τελικούς των αντίστοιχων Παγκοσμίων Κυπέλλων. Επίσης, το Αζτέκα είναι το γήπεδο στο οποίο ο Μαραντόνα χρησιμοποίησε το περίφημο «χέρι του Θεού» για να σκοράρει κόντρα στους Άγγλους. Ωστόσο, οι Μεξικανοί εντυπωσιάστηκαν περισσότερο (και δικαίως) από το απίστευτο γκολ που πέτυχε και πάλι ο Μαραντόνα λίγο αργότερα, γελοιοποιώντας ολόκληρη την άμυνα της Αγγλίας. Εντυπωσιάστηκαν τόσο, που στον εξωτερικό χώρο του Αζτέκα έχει τοποθετηθεί μια αναμνηστική πλάκα, αφιερωμένη στο «γκολ του αιώνα», όπως αποκαλείται. Σήμερα στο Αζτέκα αγωνίζεται η Εθνική Ομάδα του Μεξικού, καθώς και η μεξικάνικη ομάδα Κλαμπ Αμέρικα. Η εικόνα είναι από αγώνα μεταξύ της Κλαμπ Αμέρικα και της Κρουζ Αζούλ για το μεξικάνικο πρωτάθλημα τον Νοέμβριο του 2005.

2. Από την Ασία ξεκινήσαμε, και εκεί θα επιστρέψουμε τώρα, για να πάμε στο Γιούβα Μπχαράτι Κριρανγκάν (Στάδιο της Ινδικής Νεολαίας), ή Σολτ Λέικ Στέιντιουμ, το οποίο βρίσκεται στην Καλκούτα της Ινδίας. Και μπορεί η Ινδία να μη φημίζεται για το επίπεδο του ποδοσφαίρου της, αν όμως θελήσει ποτέ να το καλλιεργήσει, τότε αυτό το γήπεδο-στολίδι θα είναι μια πανίσχυρη έδρα. Και πώς να μην είναι, δηλαδή, με χωρητικότητα…120.000 θέσεων! Το Σολτ Λέικ είναι ένα από τα λίγα μεγάλα γήπεδα που δε χτίστηκαν για κάποια συγκεκριμένη διοργάνωση, αλλά…έτσι. Αυτό το γήπεδο φιλοξενεί τρεις από τις σημαντικότερες ομάδες του ινδικού ποδοσφαίρου: Τις Μοχούν Μπαγκάν, Ιστ Μπένγκαλ και Μοχαμεντάν. Ειδικά τα παιχνίδια μεταξύ Μοχούν Μπαγκάν και Ιστ Μπένγκαλ θεωρούνται ντέρμπι και προσελκύουν πλήθος κόσμου στις εξέδρες. Επίσης, το Σολτ Λέικ ήταν το γήπεδο στο οποίο αγωνίστηκε για τελευταία φορά ο Όλιβερ Καν, σε ένα φιλικό παιχνίδι της Μπάγερν Μονάχου με την Μοχούν Μπαγκάν, της οποίας επικράτησε με 3-0. Από εκείνο τον αγώνα προέρχεται και η φωτογραφία:

1. Και ήρθε η ώρα για το νούμερο 1! Πιθανότατα, πριν αρχίσετε να διαβάζετε αυτό το κείμενο, θα περιμένατε κάποιο γήπεδο της Βραζιλίας, ή κάποιο ευρωπαϊκό γήπεδο, ή έστω το Αζτέκα. Όμως, το μεγαλύτερο γήπεδο ποδοσφαίρου στον κόσμο βρίσκεται…στην Βόρειο Κορέα! Ναι, η χώρα του δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ιλ, μία από τις πιο φτωχές χώρες του κόσμου, διαθέτει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων στάδιο, ονόματι Ρουνγκράντο Μέι Φερστ Στέιντιουμ, ή απλά Μέι Ντέι Στέιντιουμ. Η χωρητικότητα του Μέι Ντέι; Κρατηθείτε…150.000 θεατές! Το στάδιο χρησιμοποιείται, εκτός από ποδοσφαιρικούς αγώνες, και για τις γυμναστικές επιδείξεις Αριράνγκ, που είναι πολύ δημοφιλείς στη χώρα. Μάλιστα, οι επιδείξεις αυτές αναγνωρίζονται από το Ρεκόρ Γκίνες ως το μεγαλύτερο σε συμμετοχή γεγονός του κόσμου, με περισσότερους από 100.000 συμμετέχοντες. Ίσως έπαιξε και το Μέι Ντέι το δικό του ρόλο στην πρόκριση της Βορείου Κορέας σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά μετά το 1966…Πώς να μη νιώσει δέος ο αντίπαλος ποδοσφαιριστής που καλείται να αγωνιστεί εναντίον 11 αντιπάλων παικτών και…150.000 θεατών; Πόσο μάλλον αν γνωρίζει και την φρικτή ιστορία που κρύβει από πίσω του: Στα τέλη της δεκαετίας του’90, ορισμένοι στρατηγοί κατηγορήθηκαν για απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ιλ. Η τιμωρία τους; Κάηκαν ζωντανοί μέσα στο Μέι Ντέι…

Όπως καταλαβαίνετε, φωτογραφίες από τη Βόρειο Κορέα δεν είναι και εύκολο να βρεθούν. Ίσως, όμως, αυτή η φωτογραφία του Αριράνγκ να σας δώσει μια ιδέα για το πώς είναι το Μέι Ντέι.



Η μέρα που και η μπάλα βαρέθηκε… by stokegeo
27/03/2010, 11:32
Filed under: Γεγονότα

20 Δεκεμβρίου 2009.

Σκηνικό, το στάδιο Μπόσκε ντελ Μπάχο Γκράντε, στην πόλη του Σαν Χουάν, στην Αργεντινή. Η γηπεδούχος, Χουβεντούδ Αλιάνσα, οι απροσάρμοστοι, παίζει με την Χενεράλ Πας Τζούνιορς, τους ποιητές του γκαζόν, από την Κόρδοβα. Έπαθλο, η πρόκριση στην τελική φάση των μπαράζ ανόδου της 4ης Εθνικής Κατηγορίας της χώρας.

Η Χενεράλ είχε κερδίσει 2-1 το πρώτο παιχνίδι, και στον επαναληπτικό η Χουβεντούδ νίκησε με το ίδιο σκορ. Έπρεπε, λοιπόν, να χτυπηθούν πέναλτυ.

Ο Κρίστιαν Πέρες, της Χουβεντούδ, ευστόχησε στο πρώτο πέναλτυ. Ο Λαμπόρντε, της Χενεράλ, τον μιμήθηκε ευθύς αμέσως. Ο Γκαλάν, της γηπεδούχου, και ο Ροντρίγκεζ της φιλοξενούμενης, δεν λάθεψαν. Ο Ρούμπιν Σεβάγιος και ο Νταλποτζέτο τα κατάφεραν επίσης. Ο Καρνέρο με τον Γκουστάβο Πατσέκο πρόσθεσαν από μια ακόμα εύστοχη προσπάθεια, ο καθένας για την ομάδα του. Ο Γκονσάλες σκοράρει, το ίδιο και ο Μπορντίσιο. Ο Μπένσι με τον Γκόμες συνέχισαν το γαϊτανάκι της ευστοχίας. Στα πόσα είμαστε; 6-6; Συνεχίζουμε. Ματίας Λάιχνερ και Πασκουάλ «μάτωσαν» τα δίχτυα για το 7-7. Και η αναμέτρηση συνεχίστηκε, και συνεχίστηκε, και συνεχίστηκε…, με τους εξουθενωμένους θεατές του αγώνα να μασουλούν τα υπολείμματα των νυχιών τους και να παρακαλούν για ένα τέλος…

Το σήμα της Χοβεντούδ Αλιάνσα

Το σήμα της Χενεράλ Πας Τζούνιορς

Το ματς Χουβεντούδ-Χενεράλ είναι το παιχνίδι με τα περισσότερα καταγεγραμμένα πέναλτυ στην ιστορία του ποδοσφαίρου: 42 χτυπήματα. Ο γκολκίπερ της Χουβεντούδ, Γκονσάλες, δεν απέκρουσε ούτε ένα από τα πέναλτυ που του χτύπησαν. Ο συνάδελφός του, Μάρκος ντε Τομπίγιας, απέκρουσε το 41ο πέναλτυ, κράτησε το ματς στο 20-20, και χτύπησε ο ίδιος το επόμενο, ευστοχώντας και δίνοντας τη νίκη-πρόκριση στην Χενεράλ.



Οι αυτόχειρες της μπάλας by The_Stranger
25/03/2010, 03:05
Filed under: Παίκτες

Η αυτοκτονία του Γερμανού τερματοφύλακα Ρόμπερτ Ένκε, στις 10 Νοεμβρίου του 2009, συγκλόνισε τον ποδοσφαιρικό (και όχι μόνο) κόσμο. Ο Ένκε, μόλις στα 32 του χρόνια, έβαλε τέλος στη ζωή του, πέφτοντας μπροστά από ένα τρένο, μην μπορώντας να αντέξει τον θάνατο της μόλις 2 ετών κόρης του, Λάρα, τρία χρόνια νωρίτερα.

Ωστόσο, ο Ένκε δεν είναι ο μόνος αυτόχειρας ποδοσφαιριστής. Σήμερα θα δούμε κάποιους ακόμα ποδοσφαιριστές, λιγότερο ¨η περισσότερο γνωστούς, οι οποίοι οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία για διάφορους, εξωποδοσφαιρικούς κυρίως, λόγους. Ναι, το ξέρω ότι σας έχουμε συνηθίσει σε πιο ευχάριστα θέματα, αλλά κι ο θάνατος μέσα στο ποδόσφαιρο είναι, τελικά.

ΣΑΝΤΟΡ ΚΟΚΤΣΙΣ: Ο «χρυσοκέφαλος» Σάντορ Κόκτσις έχει γράψει τη δική του ιστορία στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, συνδέοντας το όνομά του με τη «χρυσή εποχή» του ουγγρικού ποδοσφαίρου και αποτελώντας αναπόσπαστο μέλος της Αράντσιπατ («χρυσή ομάδα» στα ουγγρικά), μαζί με τους Φέρεντς Πούσκας, Ζόλταν Τσίμπορ, Γιόζεφ Μπόζικ και Νάντορ Χιντεγκούτι. Όμως, αυτή η ιστορία είχε τραγικό τέλος: Στις 22 Ιουλίου του 1979, σε ηλικία 49 ετών, έπεσε από τον τέταρτο όροφο ενός νοσοκομείου στην Βαρκελώνη και σκοτώθηκε. Αν και ποτε δεν επιβεβαιώθηκε η εκδοχή της αυτοκτονίας, φαίνεται επικρατέστερη από αυτήν του ατυχήματος, καθώς εκείνη την περίοδο ο Κόκτσις διαγνώστηκε με λευχαιμία και καρκίνο του στομάχου και ήταν σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση.

ΜΑΤΙΑΣ ΖΙΝΤΕΛΑΡ: Το παρατσούκλι «Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου» τα λέει όλα για το ταλέντο του Ματίας Ζίντελαρ,του πλέον επιφανούς μέλους της θρυλικής Βούντερτιμ («ομάδα-όνειρο» στα γερμανικά), της εθνικής ομάδας της Αυστρίας στα χρόνια πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο, η ενσωμάτωση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία τον λύγισε. Αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εθνική ομάδα της Γερμανίας το 1938, προβάλλοντας σαν δικαιολογία την προχωρημένη του ηλικία (ήταν 35 ετών). Έναν χρόνο αργότερα, στις 3 Απριλίου του 1939, βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του, μαζί με την κοπέλα του. Αιτία θανάτου; Ασφυξία από διοξείδιο του άνθρακα. Προφανώς, αυτοκτονία Τραγική ειρωνεία; Ο Ζίντελαρ έζησε μόλις έναν χρόνο παραπάνω από τον άνθρωπο με τον οποίον τον παρομοίαζαν: Τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ…

ΑΓΚΟΣΤΙΝΟ ΝΤΙ ΜΠΑΡΤΟΛΟΜΕΙ: Ίσως να μη σας λέει κάτι το όνομά του, όμως ο Αγκοστίνο Ντι Μπαρτολομέι θεωρείται ένας από τους κορυφαίους παίκτες που φόρεσαν τη φανέλα της Ρόμα. Ταλαντούχος μέσος, με 272 συμμετοχές και 50 γκολ στη Ρόμα απ΄οτο 1972 μέχρι το 1984, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1990. Τέσσερα χρόνια μετά, σε ηλικία 39 ετών, αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, εξαιτίας των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Έτσι, στις 30 Μαΐου του 1994, ο Ντι Μπαρτολομέι αυτοκτόνησε, στρέφοντας ένα πιστόλι στην καρδιά του. Η ημερομηνία δεν ήταν συμπτωματική: Ήταν η μέρα την οποία συμπληρώθηκαν ακριβώς 10 χρόνια από τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1984, όταν η Ρόμα, με τον Ντε Αγκοστίνι στη σύνθεσή της, έχασε το Κύπελλο στα πέναλτι από τη Λίβερπουλ…

ΤΖΑΣΤΙΝ ΦΑΣΑΝΟΥ: Η περίπτωση του Φασάνου είναι μία από τις πιο τραγικές που θα διαβάσετε. Γεννημένος στην Αγγλία, με καταγωγή από τη Νιγηρία, ο Φασάνου ήταν ένας γυρολόγος των γηπέδων, αγωνιζόμενος για χρόνια σε πολλές αγγλικές ομάδες, αλλά και σε Σκωτία, ΗΠΑ, Αυστραλία και Σουηδία. Το 1990 έγινε ο πρώτος Άγγλος αθλητής που ομολόγησε δημόσια ότι ήταν ομοφυλόφιλος, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις – αρνητικές στην πλειοψηφία τους. Η ομολογία του τον στιγμάτισε για το υπόλοιπο της καριέρας του, την οποία ολοκλήρωσε το 1997. Έναν χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 1998, ένας 17χρονος κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ο Φασάνου του είχε επιτεθεί για να τον βιάσει. Δύο μήνες αργότερα, ο Φασάνου βρέθηκε κρεμασμένος σε ένα εγκαταλελειμένο γκαράζ. Στο σημείωμά του έγραφε: «Συνειδητοποίησα ότι είχα ήδη κριθεί ένοχος. Δεν θέλω να ντροπιάζω άλλο τους φίλους και την οικογένειά μου»…

ΑΜΠΝΤΟΝ ΠΟΡΤΕ: Αυτόν σίγουρα δεν τον ξέρετε – και είναι λογικό, γιατί ήταν ένας Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής, που έκανε καριέρα στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Αμπντόν Πόρτε αγωνίστηκε στις Κολόν, Λιμπερτάδ και Νασιονάλ Μπντεβιδέο. Η Νασιονάλ έμελλε να είναι και η τελευταία του ομάδα: Στις 5 Μαρτίου του 1918, ο Πόρτε αυτοκτόνησε με πιστόλι στο κέντρο του γηπέδου της Νασιονάλ, του Εστάδιο Γκραν Πάρκε Σεντράλ. Τι τον ώθησε στην αυτοχειρία; Το γεγονός ότι στα τελευταία παιχνίδια έμενε εκτός ομάδας…Μέχρι και σήμερα, η δυτική κερκίδα του γηπέδου φέρει το όνομά του…

ΡΑΜΙΡΟ ΚΑΣΤΙΓΙΟ: Η περίπτωση του Βολιβιανού Ραμίρο Καστίγιο θυμίζει πολύ αυτήν του Ρόμπερτ Ένκε. Ο Καστίγιο, με μακρά θητεία στην Αργεντινή και στην Δε Στρόνγκεστ, ήταν βασικό στέλεχος της Εθνικής Βολιβίας στο Κόπα Αμέρικα του 1997, όταν η Βολιβία έκανε την έκπληξη και έφτασε στον τελικό, κόντρα στη Βραζιλία. Ο Καστίγιο έχασε τον τελικό, στον οποίο οι Βολιβιανοί ηττήθηκαν, αλλά αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης. Γιατί έχασε τον τελικό; Γιατί την ίδια μέρα πέθανε ξαφνικά ο 7χρονος γιος του από ηπατίτιδα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου του 1997, κρεμάστηκε, μην μπορώντας να αντέξει την απώλεια του γιου του…

ΝΤΕΪΒ ΚΛΕΜΕΝΤ: Γέννημα-θρέμμα της QPR, ο Ντέιβ Κλέμεντ αγωνίστηκε σε αυτήν για 14 χρόνια, παίζοντας σε 472 παιχνίδια. Όταν η QPR υποβιβάστηκε, το 1979, αγωνίστηκε διαδοχικά στην Μπόλτον, στην Γουίμπλεντον και στην Φούλαμ. Το 1982, και ενώ ανήκε στο δυναμικό της Φούλαμ, έσπασε το πόδι του. Έχοντας πια πατήσει τα 34 και με το μέλλον του στο ποδόσφαιρο αβέβαιο λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, ο Κλέμεντ δεν άντεξε. Στις 31 Μαρτίου του 1982, σε ηλικία 34 ετών, ο Ντέιβ Κλέμεντ ήπιε ζιζανιοκτόνο και απεβίωσε…

ΧΙΟΥΙ ΦΕΡΓΚΙΟΥΣΟΝ: Ο Χιούι Φέργκιουσον είναι ένας από τους μόλις 7 ποδοσφαιριστές που έχουν ξεπεράσει τα 350 γκολ στο Αγγλικό και Σκωτσέζικο πρωτάθλημα – τα 284 από αυτά τα πέτυχε με τη φανέλα της Μάδεργουελ, κι άλλα 77 με αυτήν της Κάρντιφ, στις δεκαετίες 1910-1920. Επίσης, είναι ένας από τους λίγους ποδοσφαιριστές που έδωσαν τέλος στη ζωή τους κατά τη διάρκεια της καριέρας τους: Στις 9 Ιανουαρίου του 1930, δύο μήνες πριν συμπληρώσει τα 32 του χρόνια και μετά από ένα διάστημα κατάθλιψης, δηλητηριάστηκε με γκάζι…

ΧΑΝΣ ΓΚΑΜΠΕΡ: Μπορεί να τον έχετε ακούσει και σαν Χοάν Γκάμπερ. Όπως και να προφέρετε το όνομά του, μιλάμε για τον άνθρωπο που, όταν ήταν 22 χρονών, ίδρυσε την ομάδα που σήμερα ξέρουμε ως…Μπαρτσελόνα! Ο Ελβετός Γκάμπερ υπήρξε και παίκτης της Μπαρτσελόνα από το 1899 μέχρι το 1903, πετυχαίνοντας πάνω από 100 γκολ. Το 1908 έγινε πρόεδρος της ομάδας, καταφέρνοντας να προσελκύσει μεγάλους παίκτες της εποχής και να εγκαταστήσει την ομάδα σε ένα δικό της γήπεδο, αντί να βολοδέρνει από ‘δω κι από ‘κει. Ωστόσο, το τέλος του Γκάμπερ δεν ήταν αυτό που του άξιζε: Αυτοκτόνησε στις 30 Ιουλίου του 1930, σε ηλικία 52 ετών, λόγω προσωπικών και οικονομικών προβλημάτων. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο Μονζουίκ της Βαρκελώνης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΣΚΙΝΙΑΤΗΣ:
Πολλοί ίσως να θυμάστε την τραγική ιστορία του Γιάννη Κοσκινιάτη, η οποία είναι και σχετικά πρόσφατη. Ο Κοσκινιάτης αγωνιζόταν σαν μέσος στον Διαγόρα Ρόδου. Στις 29 Οκτωβρίου του 2008, ο Διαγόρας φιλοξενούσε τον Ολυμπιακό, στα πλαίσια της φάσης των «32» του Κυπέλλου Ελλάδας. Ο Κοσκινιάτης είχε μείνει εκτός αποστολής για το παιχνίδι. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, πήρε το μηχανάκι του και έφτασε στην άκρη ενός λόφου, στην τοποθεσία Προφήτης Ηλίας. Πήδηξε στο κενό από ύψος 12 μέτρων, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τέλος στη ζωή του. Ο Κοσκινιάτης αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, και μάλιστα είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει δύο μέρες νωρίτερα…

ΣΕΡΧΙ ΛΟΠΕΘ: Στις 4 Νοεμβρίου του 2006, το ισπανικό ποδόσφαιρο συγκλονίστηκε από την είδηση της αυτοκτονίας του Σέρχι Λόπεθ, παλιού παίκτη της Μπαρτσελόνα, της Μαγιόρκα και της Σαραγόσα. Βέβαια, ο Λόπεθ ήταν πολύ άτυχος. Όλα στη ζωή του πήγαν στραβά: Αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το ποδόσφαιρο το 1995, σε ηλικία μόλις 28 ετών, λόγω χρόνιου προβλήματος στο γόνατο, ενώ αργότερα παντρεύτηκε, έκανε παιδί, μετακόμισε στην Αργεντινή, αλλά χώρισε. Αυτά τα δύο γεγονότα σε συνδυασμό τον οδήγησαν στην ψυχιατρική κλινική και, τελικά, στην αυτοχειρία, με τον ίδιο τρόπο που διάλεξε και ο Ρόμπερτ Ένκε: Έπεσε στις γραμμές του τρένου…

ΧΙΟΥΙ ΓΚΑΛΑΧΕΡ: Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Σκωτσέζος Χιούι Γκάλαχερ ήταν ένας από τους πιο πααραγωγικούς επιθετικούς του κόσμου. Στα 624 παιχνίδια που αγωνίστηκε, πέτυχε 463 τέρματα. Μετά το τέλος της καριέρας του, όμως, και μην έχοντας χρήματα στην άκρη, τα βρήκε σκούρα. Σαν να μην έφταναν τα οικονομικά προβλήματα, τον Δεκέμβριο του 1950 πέθανε ξαφνικά η σύζυγός του, με την οποία είχαν αποκτήσει τρία παιδιά, και ο Γκάλαχερ έπεσε σε κατάθλιψη. Ένα βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι μετά από μερικά ποτά, λέγεται ότι χτύπησε τον μικρότερο γιο του Μάτι, 14 ετών, με ένα βαρύ αντικείμενο στο κεφάλι και τον τραυμάτισε. Ο Γκάλαχερ κατηγορήθηκε για επίθεση σε βάρος ανηλίκου και στις 12 Ιουνίου του 1957 επρόκειτο να εκδικαστεί η υπόθεσή του στο δικαστήριο. Όμως, μία μέρα νωρίτερα, ο Γκάλαχερ αποφάσισε να θέσει τέλος στη ζωή του, πέφτοντας μπροστά από ένα τρένο. Ήταν 54 ετών. Σε μία επιστολή που έγραψε το πρωί της ίδια μέρας, ανέφερε: «Ακόμα και αν έφτανα 100 χρονών, ποτέ δε θα μπορούσα να συγχωρέσω τον εαυτό μου που πλήγωσα τον Μάτι»…

ΤΟΜΙ ΜΑΚ ΛΑΡΕΝ: Αν και γεννήθηκε στην Σκωτία, ο Μακ Λάρεν αγωνίστηκε σχεδόν σε όλη την καριέρα του στην αγγλική Πορτ Βέιλ. Εκεί έμεινε για 10 χρόνια, παίζοντας σε 333 αγώνες και σημειώνοντας 28 τέρματα. Ήταν τόσο δεμένος με την ομάδα, ώστε όταν αυτή τον άφησε ελεύθερο το 1977, έπεσε σε κατάθλιψη. Αγωνίστηκε για έναν χρόνο στην Τέλφορντ, και στην ομώνυμη πόλη άφησε την τελευταία του πνοή τον Ιούλιο του 1978, όταν βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του…

ΤΖΙΜΙ ΓΕΪΤΣ: Γεννημένος το 1871, ο Τζίμι Γέιτς αγωνίστηκε σε διάφορες αγγλικές ομάδες από το 1891 μέχρι το 1909. Τις μεγαλύτερες επιτυχίες του τις είχε με την Σαουθάμπτον, στην οποία αγωνίστηκε σε τρεις διαφορετικές περιόδους (1897-8, 1899-1901, 1905). Αλλά και ο θάνατός του συνδέθηκε με την πόλη του Σαουθάμπτον: Το 1907 άρχισε να εργάζεται εκεί ως λιμενεργάτης, όμως η εύθραυστη υγεία του δεν του επέτρεψε να μείνει στη δουλειά για πολύ καιρό. Τελικά, απελπισμένος από την ανεργία, αυτοκτόνησε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1922…



Η φωτιά… παίζει μπάλα! by stokegeo
23/03/2010, 22:06
Filed under: Ονομασία ομάδων | Ετικέτες: , ,

Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς τα ονόματα των ποδοσφαιρικών ομάδων. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως κάποτε αφιερώσουμε κάποιο post εξ ολοκλήρου στην ποδοσφαιρική ονοματοθεσία. Και, αλήθεια, θα ‘χαμε να γράψουμε πολλά. Κάποιες ομάδες, π.χ., παίρνουν το όνομά τους από άγρια ζώα (η Τίγκρε, της Αργεντινής), κάποιες άλλες από… φυσικά φαινόμενα (η Ουρακάν = τυφώνας, στα ισπανικά, πάλι της Αργεντινής). Η Τσουνάμ Ντράγκονς της Κορέας εμπνεύστηκε το όνομά της από τους δράκους των μύθων, ενώ η αμερικανική Χιούστον Ντάιναμο από την ηλεκτροπαραγωγική δύναμη του Χιούστον! Η Χαρτς οφ Όουκ, της Γκάνας, χρωστούν το όνομά τους στην παροιμιώδη σκληρότητα και αντοχή της βελανιδιάς (oak), ενώ ο δικός μας Άρης πήρε το όνομά του τιμώντας τον αρχαιοελληνικό θεό του πολέμου.

Υπάρχει και μια ομάδα, όμως, που πήρε το όνομά της από ένα… ατύχημα! Κάποιοι ίσως πουν ότι επρόκειτο για μια φυσική καταστροφή. Δεν ήταν κάτι το «φυσικό», όμως, όπως όλα δείχνουν. Ήταν ένα λάθος. Ένα ατύχημα.

Το βράδυ της Κυριακής 8 Οκτωβρίου του 1871, οι Ο’ Λήρυ έπεσαν να κοιμηθούν σαν όλες τις άλλες μέρες. Ήταν Ιρλανδοί μετανάστες και ζούσαν στο Σικάγο, έχοντας δίπλα στο σπίτι τους τον αχυρώνα τους, και μέσα τα ζώα τους, στο νούμερο 137 της οδού ΝτεΚόβεν. Μέσα στον αχυρώνα, όμως, εκείνη τη νύχτα είχαν ξεχάσει μια λάμπα. Μια αγελάδα κλώτσησε τη λάμπα, που έπεσε κάτω και άναψε φωτιά στα άχυρα: η Μεγάλη Φωτιά του Σικάγο, όπως έμεινε στην ιστορία, μόλις είχε ξεκινήσει…

Το εύφλεκτο άχυρο λαμπάδιασε με μιας, και ο αχυρώνας κάηκε ολοσχερώς. Οι άνεμοι, βορειοανατολικοί ισχυροί, μετέφεραν τις σπίθες ταχύτατα από σπίτι σε σπίτι. Τότε δεν υπήρχε τσιμέντο: όλα ήταν φτιαγμένα από ξύλο και πέτρα. Ο κόσμος δεν ειδοποιήθηκε όταν έπρεπε, αλλά περίπου 40 λεπτά μετά τη φωτιά, που ‘χε ξεκινήσει απ’ τις 9 το βράδυ. Οι πυροσβέστες άργησαν να αναλάβουν δράση, ενώ ήταν εξουθενωμένοι έχοντας σβήσει μια άλλη φωτιά την αμέσως προηγούμενη μέρα. 300.000 κατοίκους είχε τότε το Σικάγο, και ο δήμαρχος κήρυξε την πόλη σε κατάσταση πολιορκίας!

Η Μεγάλη Φωτιά του Σικάγο

Η φωτιά κατέκαιγε τα πάντα. Στις όχθες του ποταμού Σικάγο, τα ξύλινα πλοία και οι βάρκες που ήταν δεμένα έγιναν παρανάλωμα, το ίδιο και οι ξύλινες γέφυρες. Χειρότερα, όμως, η φωτιά έφτασε κάποια στιγμή, βοηθούμενη από τους δυνατούς ανέμους, στο υδραγωγείο, το οποίο και κατέκαψε. Η παροχή νερού της πόλης σταμάτησε. Οι πυροσβέστες σταμάτησαν τη μάχη, αφήνοντας την πόλη έρμαιο της φωτιάς. Σπίτια, ξενοδοχεία, το Δημαρχείο, το μέγαρο της όπερας, θέατρα, καταστήματα, εκκλησίες, τυπογραφεία, κάηκαν ολοσχερώς. Η φωτιά εξαπλωνόταν βόρεια, και ο πανικόβλητος κόσμος έτρεχε στις όχθες του ποταμού ή στις όχθες της λίμνης Μίσιγκαν, για να γλιτώσει απ’ τις φλόγες. Η φωτιά, μάλιστα, ήταν τόσο επιθετική, που καίγοντας μία μία τις βάρκες του ποταμού, πέρασε στην… άλλη μεριά του, και συνέχισε να καίει και τη βόρεια πλευρά της πόλης!

Το βράδυ της Δευτέρας, το ψυχρό αεράκι που σωτήρια έκανε την εμφάνισή του, καθώς και η πτώση των ανέμων, έσβησαν τη φωτιά. Αυτό που είχε μείνει, όμως, ήταν η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Σικάγου: 6 χιλιόμετρα μάκρος, ένα χιλιόμετρο πλάτος, είχε κάψει η φωτιά. 8 τετραγωνικά χιλιόμετρα, αξίας 222 εκατομμυρίων δολαρίων. Το σπίτι των Ο’ Λήρυ γλίτωσε, λόγω μιας αλλαγής στην κατεύθυνση του ανέμου την τελευταία στιγμή… 90 χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι, ενώ γύρω στους διακόσιους με τριακόσιους χάθηκαν στις φλόγες. Δρόμοι, φανάρια, περίπου 18.000 σπίτια, έγιναν στάχτη.

Η Κάθριν Ο’ Λήρυ έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος. Ήταν γυναίκα, Ιρλανδή, Καθολική, και μετανάστις, συνδυασμός που δε «χτυπούσε» καλά, τότε, έτσι όπως ήταν το πολιτικό κλίμα στο Σικάγο. Παράλληλα, η ιστορία με την αγελάδα και την ξεχασμένη λάμπα γράφτηκε από τον Μάικλ Άχερν, ρεπόρτερ της Σικάγο Τριμπιούν. Το 1893, ο ίδιος ο Άχερν παραδέχθηκε ότι είχε επινοήσει την ιστορία με την αγελάδα, διότι «έδινε χρώμα στο ρεπορτάζ». Τι να πεις…

Από τότε, πολλοί ιστορικοί, δημοσιογράφοι, απλοί περίεργοι, έχουν προσπαθήσει να διαλευκάνουν το μυστήριο του πώς ξεκίνησε η Μεγάλη Φωτιά. Άλλοι λένε ότι κάποιοι που έπαιζαν χαρτιά μέσα στον αχυρώνα (συμπεριλαμβανομένου του γιού των Ο’ Λήρυ) την άναψαν, κάποιος άλλος είπε ότι την άναψε κατά λάθος ένας τύπος που πήγε να κλέψει γάλα από τον αχυρώνα των Ο’ Λήρυ. Τέλος, οι επιστήμονες ανέφεραν ότι εκείνο το βράδυ, ο κομήτης Μπιέλα πέρασε στην ατμόσφαιρά μας και διαλύθηκε σε τέσσερα κομμάτια, ακριβώς πάνω απ’ τη λίμνη Μίσιγκαν. Το βράδυ της φωτιάς, αναφέρθηκαν τέσσερις φωτιές στις όχθες της λίμνης Μίσιγκαν, ενώ υπάρχουν και αυτόπτες μάρτυρες που αναφέρουν ότι είδαν «μπάλες φωτιάς από τον ουρανό» και «μπλε φλόγες»: είπαν, ότι το μεθάνιο του κομήτη άναψε, προκαλώντας τη γιγάντια φωτιά.

«Όντες στη μέση μιας καταστροφής που όμοιά της δεν υπάρχει στην ανθρώπινη ιστορία, και κοιτώντας τις θυσίες 30 ετών να ‘χουν γίνει στάχτη, οι κάτοικοι της κάποτε πανέμορφης πόλης μας δηλώνουν ότι ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ ΘΑ ΣΗΚΩΘΕΙ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΞΑΝΑ», έγραφε εμψυχωτικά η Σικάγο Τρίμπιουν.

126 χρόνια αργότερα, ακριβώς την ημέρα της επετείου της Μεγάλης Φωτιάς, ιδρύθηκε η Σικάγο Φάιαρ (Chicago Fire = Η Φωτιά του Σικάγο)! Μια από τις πιο σπουδαίες και επιτυχημένες ομάδες της ιστορίας του σύγχρονου αμερικανικού ποδοσφαίρου. Το παρατσούκλι τους, είναι «πυροσβέστες». Όχι τυχαία. Σ’ αυτήν έπαιξε και ο «δικός μας» Φρανκ Κλόπας, ο Ελληνοαμερικανός άσσος (μεταξύ άλλων) των ΑΕΚ και Απόλλωνα. Στο όνομα της ομάδας διασώζεται η μνήμη της μεγάλης καταστροφής της Φωτιάς του 1871.

Όσο για την Κάθρην Ο’ Λήρυ, πέθανε το 1895, από οξεία πνευμονία. Μέχρι το τέλος της, όλοι τη θεωρούσαν ως την υπαίτιο για τη φωτιά. Ένας απόγονός της, δήλωσε, δεκαετίες μετά, ότι «πέθανε με το παράπονο»…



Ένας Γερμανός στο Μάντσεστερ by The_Stranger
21/03/2010, 21:38
Filed under: Παίκτες

Πώς θα αισθανόσασταν αν η ομάδα σας αποκτούσε έναν άγνωστο νεαρό ποδοσφαιριστή, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί στο παρελθόν «εγκληματίας πολέμου»; Μάλλον δε θα σας άρεσε και πολύ, έτσι; Κι όμως, ένας τέτοιος «εγκληματίας πολέμου» είναι ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στην ιστορία του αγγλικού (και όχι μόνο) ποδοσφαίρου. Είναι ο Μπερτ Τράουτμαν.

Ο Μπερτ Τράουτμαν γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1923 στη Βρέμη της Γερμανίας. Από μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο και χάντμπολ και, σκοπεύοντας να δείξει τις ικανότητές του στον αθλητισμό, το 1933, σε ηλικία 10 ετών, εντάχθηκε στην Γιούνγκφολκ, την μετέπειτα ναζιστική νεολαία.

Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τράουτμαν υπηρέτησε στην Λουφτβάφε, την αεροπορία της ναζιστικής Γερμανίας, αρχικά σαν ασυρματιστής και τελικά σαν αλεξιπτωτιστής. Είχε πλούσια δράση, και μάλιστα παρασημοφορήθηκε για την προσφορά του στη χώρα. Όμως, το 1944, κι ενώ ήταν πια φανερό ότι η Γερμανία θα έχανε τον πόλεμο, ο Τράουτμαν συνελήφθη στη Νορμανδία από έναν Βρετανό στρατιώτη και οδηγήθηκε στη φυλακή. Αρχικά τον έστειλαν στην Οστάνδη, στο Βέλγιο, απ’όπου βρέθηκε στο Έσεξ της Αγγλίας, όπου και πέρασε από ανάκριση. Επειδή είχε καταταγεί εθελοντικά στον γερμανικό στρατό και ήταν από νεαρή ηλικία μέλος ναζιστικής οργάνωσης, θεωρήθηκε κρατούμενος «τρίτης» κατηγορίας, δηλαδή Ναζί. Αργότερα, μεταφέρθηκε σε άλλες φυλακές, όπου «υποβιβάστηκε» σε κρατούμενο «δεύτερης» κατηγορίας, δηλαδη όχι Ναζί. Τελικά, έμεινε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Λάνκασαϊρ μέχρι το 1948.

Στη φυλακή, ο Τράουτμαν δεν ξέχασε την τέχνη του: Συμμετείχε συχνά σε ποδοσφαιρικούς αγώνες που διοργανώνονταν μεταξύ των κρατουμένων και ερασιτεχνικών ομάδων. Κανονικά δεν αγωνιζόταν σαν τερματοφύλακας, όμως κατά τη διάρκεια ενός αγώνα κόντρα στην ερασιτεχνική Χέιντοκ Πάρκ, τραυματίστηκε και άλλαξε θέση με τον κανονικό τερματοφύλακα , Γκίντερ Λουρ. Αυτή ήταν και η πρώτη του επαφή με τη θέση στην οποία θα διέπρεπε στο μέλλον.

Το 1948, όταν το στρατόπεδο έκλεισε, ο Τράουτμαν είχε δύο επιλογές: Είτε να επιστρέψει στην κατεστραμμένη Γερμανία, είτε να παραμείνει στην Αγγλία. Τελικά, αποφάσισε να μείνει στη Γηραιά Αλβιώνα, δουλεύοντας σε φάρμα στο Λίβερπουλ. Παράλληλα με τη δουλειά του, έπαιζε σαν τερματοφύλακας σε μια τοπική ομάδα, την Σεντ Έλενς. Μέσα σε έναν χρόνο, η φήμη του εξαπλώθηκε και έξω από το Λίβερπουλ, κι έτσι τον Οκτώβριο του 1949 ήρθε η πρώτη και τελευταία του μεταγραφή: Υπέγραψε ερασιτεχνικό συμβόλαιο με την Μάντσεστερ Σίτι, το οποίο σύντομα έγινε επαγγελματικό.

Φυσικά, η μεταγραφή αυτή δεν πέρασε στα «ψιλά γράμματα». Η προσθήκη ενός πρώην στρατιώτη της Λουφτβάφε στο ρόστερ μιας αγγλικής ομάδας, μετά από έναν τραγικό και πολύνεκρο πόλεμο, ήταν μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη κίνηση. Έτσι, οι οπαδοί της ομάδας απείλησαν να μποϊκοτάρουν τα εισιτήρια διαρκείας, ενώ τα γραφεία της Μάντσεστερ Σίτι πλημμύρισαν από επιστολές διαμαρτυρίας. Και σαν να μην έφτανε το παρελθόν του Τράουτμαν, ήταν και το παρελθόν της θέσης την οποία αναλάμβανε εξαιρετικά βαρύ: Ο Τράουτμαν κλήθηκε να καλύψει το τεράστιο κενό που είχε αφήσει πίσω του ο Φρανκ Σουιφτ, ένας από τους καλύτερους τερματοφύλακες στην ιστορία του συλλόγου.

Τουλάχιστον, είχε από την πρώτη στιγμή τη στήριξη των νέων του συμπαικτών – τουλάχιστον έτσι φαινόταν, γιατί στην πραγματικότητα και αυτοί ήταν επιφυλακτικοί. Ο αρχηγός της ομάδας, Έρικ Γουέστγουντ, διασκέδασε τις εντυπώσεις από την απόκτηση του Τράουτμαν, δηλώνοντας: «Δεν γίνεται πόλεμος σε αυτά τα αποδυτήρια», δίνοντας ψήφο εμπιστοσύνης στον Γερμανό γκολκίπερ.

Δε χρειάστηκε πολύς καιρός για να του δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης και οι οπαδοί της ομάδας. Ήταν αρκετό ένα παιχνίδι, στις 19 Νοεμβρίου του 1949, κόντρα στην Μπόλτον. Το πρώτο του παιχνίδι με τη φανέλα της Σίτι. Ήταν τέτοιο το ταλέντο του, που οι οπαδοί της ομάδας σταμάτησαν να τον βρίζουν στη μέση του ματς, ενώ δεν τον έβρισαν σχεδόν ποτέ από τότε. Αντίθετα, βέβαια, οι οπαδοί των άλλων ομάδων δεν ήταν το ίδιο ευαίσθητοι. Τον αποκαλούσαν «ναζί» και αποσπούσαν την προσοχή του – μάλιστα, σε ένα παιχνίδι τον Δεκέμβριο του 1949, δέχτηκε 7 γκολ από την Ντέρμπι Κάουντι.

Η πρώτη επίσκεψη του Τράουτμαν στο Λονδίνο, την αγγλική πρωτεύουσα, έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1950, σε ένα παιχνίδι στην έδρα της Φούλαμ. Η οπαδοί της γηπεδούχου ομάδας φυσικά δεν του χαρίστηκαν, αποκαλώντας τον επίσης «ναζί». Ωστόσο, ήταν τόσο εντυπωσιακή η εμφάνισή του στο παιχνίδι, που έληξε με 1-0 (αντί για…10-0!) υπέρ της Φούλαμ, που στο τέλος αποθεώθηκε από τον κόσμο.

Οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις συνεχίστηκαν, και το 1952 η χάρη του έφτασε μέχρι την πατρίδα του, τη Γερμανία. Η Σάλκε κατέθεσε πρόταση 1.000 λιρών στην Σίτι για να τον αποκτήσει, όμως οι Citizens απέρριψαν χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι «ο Τράουτμαν αξίζει 20 φορές περισσότερα».

Επίσης, το 1953, ο Τράουτμαν συναντήθηκε με τον ομοσπονδιακό τεχνικό της Δυτικής Γερμανίας, Ζεπ Χερμπέργκερ, ώστε να συζητήσουν το ενδεχόμενο κλήσης του στην εθνική ομάδα. Όμως, πολιτικοί και ταξιδιωτικοί λόγοι εμπόδιζαν τον Γερμανό τερματοφύλακα να αγωνιστεί στα Πάντσερ, αν δεν ανήκε σε γερμανική ομάδα, κάτι που δε συνέβη ποτέ. Έτσι, ο Τράουτμαν δεν αγωνίστηκε ποτέ σε εθνικό επίπεδο.

Το 1955, ο Τράουτμαν έγινε ο πρώτος Γερμανός που αγωνίστηκε σε τελικό του Αγγλικού Κυπέλλου – έστω κι αν η Σίτι έχασε το Κύπελλο από την Νιούκασλ, με σκορ 3-1.

Όμως η εμφάνιση που έκανε διάσημο ανά τον κόσμο τον Τράουτμαν ήρθε ένα χρόνο αργότερα, στον τελικό του Κυπέλλου του 1956, κόντρα στην Μπέρμιγχαμ. Στο 75ο λεπτό, κι ενώ το σκορ ήταν 3-1 υπέρ της Σίτι, ο Τράουτμαν βούτηξε για να μπλοκάρει την μπάλα, όμως συγκρούστηκε με τον Πίτερ Μέρφι της Μπέρμιγχαμ, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στον αυχένα. Η Σίτι δεν είχε δικαίωμα αλλαγής, κι έτσι ο Τράουτμαν συνέχισε να υπερασπίζεται τα δίχτυα της ομάδας του, έστω και τραυματίας. Και τα κατάφερε εξαιρετικά, σώζοντας την Σίτι σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις και χαρίζοντάς της το Κύπελλο.

Ο Τράουτμαν δεν έδωσε σημασία στον τραυματισμό του, περιμένοντας ότι ο πόνος στον αυχένα θα περνούσε από μόνος του. Βλέποντας, όμως, ότι ο πόνος επέμενε, την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί του είπαν πως δεν ήταν τίποτα και θα περνούσε από μόνο του. Τρεις μέρες μετά, και αφού ο πόνος δεν υποχωρούσε, αποφάσισε να πάρει και μια δεύτερη γνώμη. Υποβλήθηκε σε ακτινογραφία, η οποία έδειξε ότι η σύγκρουσή του με τον Μέρφι είχε προκαλέσει εξάρθρωση πέντε σπονδύλων στον αυχένα, ο δεύτερος εκ των οποίων είχε κυριολεκτικά κοπεί στα δύο! Ο τραυματισμός αυτός λίγο έλειψε να κοστίσει στον Τράουτμαν τη ζωή του – κι όμως, αυτός συνέχισε να παίζει σε εκείνο το παιχνίδι, με αξιοθαύμαστη αυτοθυσία…

Μέχρι το 1964, όταν και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ο Τράουτμαν αγωνίστηκε σε 545 αγώνες με τη φανέλα της Μάντσεστερ Σίτι, ενώ προς τιμήν του διοργανώθηκε την ίδια χρονιά ένας φιλικός αγώνας μεταξύ μιας μικτής ομάδας παικτών από τις δύο ομάδες του Μάντσεστερ (μεταξύ των οποίων και οι Μπόμπι Τσάρλτον, Ντένις Λο) και της Εθνικής Αγγλίας. Ακολούθησε μια μάλλον μέτρια προπονητική καριέρα, αλλά και μία μακρόχρονη αποστολή της Γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, χάρη στην οποία βρέθηκε να προωθεί το ποδόσφαιρο σε χώρες όπως η (τότε) Βιρμανία, η Υεμένη και το Πακιστάν. Το 1988 αποσύρθηκε και από αυτήν τη δραστηριότητα και από τότε μένει μόνιμα στην Ισπανία μέχρι και σήμερα.

Το κατόρθωμα του Μπερτ Τράουτμαν ήταν εντυπωσιακό: Σε μια περίοδο αντιγερμανικού μένους, κατάφερε να στεριώσει σε μια αγγλική ομάδα, και μάλιστα να αγαπηθεί από τους οπαδούς της, παρά τις αρχικές αντιδράσεις. Και φυσικά, κέρδισε με το σπαθί του την αναγνώριση και τον σεβασμό των συναδέλφων του. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που είπε γι’αυτόν ο θρυλικός προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ματ Μπάσμπι: «Μην προσπαθείς να σκεφτείς πού θα στείλεις την μπάλα όταν έχεις απέναντι τον Τράουτμαν. Πρώτα σούταρε, και μετά σκέψου. Αν κάτσεις και το σκεφτείς, θα διαβάσει τη σκέψη σου και θα σταματήσει το σουτ».

Αλλά και η ομάδα του, η Μάντσεστερ Σίτι, τον τίμησε, τοποθετώντας ένα άγαλμά του στο μουσείο της ομάδας. Είναι το εικονιζόμενο:

Αλλά το πραγματικό ποδοσφαιρικό του «παράσημο» πρέπει να είναι η εξής ατάκα του αξεπέραστου Λεβ Γιασίν: «Έχουν υπάρξει μόνο δύο τερματοφύλακες παγκόσμιας κλάσης: Ο ένας ήταν ο Λεβ Γιασίν, ο άλλος ήταν εκείνο το παιδί από τη Γερμανία που έπαιξε στη Μάντσεστερ: Ο Τράουτμαν». Όταν ο κατά τεκμήριο καλύτερος τερματοφύλακας όλων των εποχών σε βάζει στο ίδιο επίπεδο με τον εαυτό του, τότε μπορείς να είσαι περήφανος…Πολύ περήφανος…



Ο σερ Τόμας by stokegeo
19/03/2010, 23:48
Filed under: Οπαδοί

Λίγοι μουσικοί επηρέασαν την παγκόσμια σκηνή τον 20ό αιώνα, όσο ο Άγγλος Τόμας Μπίτσαμ (1879-1961). Για εξήντα ολόκληρα χρόνια, διηύθυνε δεκάδες παραστάσεις, έπαιξε μπροστά στα πιο απαιτητικά κοινά, κέρδισε παγκόσμια φήμη, δόξα, πλούτη, αναγνώριση. Γι’ αυτό έγινε άλλωστε και «σερ». Αυτή ήταν η μία του ιδιότητα.

O σερ Τόμας Μπίτσαμ

Η άλλη ιδιότητα του γόνου μιας πλούσιας οικογένειας από το Λάνκασαϊρ της Αγγλίας, ήταν εκείνη του φιλάθλου. Κι όχι απλού φιλάθλου: φανατικού οπαδού! Αλλά, και πάλι, όχι κάποιου δυνατού, εύρωστου, ή φημισμένου συλλόγου, αλλά της ταπεινής λονδρέζικης Φούλαμ! Η οποία Φούλαμ, μάλιστα, μόλις το 1949 κατάφερε να ανέβει για πρώτη φορά στην Α’ Εθνική, όταν δηλαδή ο Μπίτσαμ είχε ήδη πατήσει τα 70 του.

Έφτασε όμως μια μέρα, που η δεύτερή του ιδιότητα, σκέπασε την πρώτη!

Ήταν μια βραδιά. Και ο Μπίτσαμ έδινε άλλη μια συναυλία. Κάπου, στον κόσμο. Μπροστά σε εκατοντάδες φιλόμουσους, σε κάποιο φημισμένο μουσικό χωλ, διευθύνοντας βιρτουόζους μουσικούς, η παράσταση κυλούσε υπέροχα. Εκείνος, όρθιος, χάριζε στους ακροατές ψήγματα της ιδιοφυίας του. Κι εκείνοι, του το ανταπέδιδαν με το πιο ζεστό χειροκρότημα.

Ξάφνου, τα βιολιά σώπασαν. Τα κόρνα βουβάθηκαν. Τα τύμπασα σίγησαν. Ο μαέστρος είχε σταματήσει να διευθύνει! Οι μουσικοί κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με απορία μαζί και απόγνωση, πίσω απ’ τη σκηνή τα ‘χαν χάσει οι φροντιστές και οι λοιποί. Οι ακροατές, μπροστά, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Στα μάτια του Μπίτσαμ, διέκρινε κανείς μια ανείπωτη αγωνία, μια βιάση, σαν κάτι πολύτιμο να ‘ψαχνε.

Γυρνώντας προς τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω απ’ την αυλαία, ρώτησε, όλος αγωνία:

«Πόσο ήρθε η Φούλαμ, ρε παιδιά;».

Υ.Γ.: Βράδυ Πέμπτης, και η Φούλαμ έγραψε την πιο χρυσή σελίδα της ισχνής ευρωπαϊκής της ιστορίας, συνθλίβοντας με 4-1 και αποκλείοντας τη Γιουβέντους, στο Γιουρόπα Λιγκ! Ο Σερ Τόμας θα ήταν περήφανος…



Οι «ρομαντικοί» του ποδοσφαίρου by The_Stranger
18/03/2010, 01:08
Filed under: Παίκτες

Το ποδόσφαιρο, όπως θα πρέπει να έχετε καταλάβει μέχρι τώρα, δεν είναι ένα απλό άθλημα. Είναι ένα άθλημα που προκαλεί έντονα συναισθήματα – μερικές φορές πάρα πολύ έντονα. Ένα από αυτά τα συναισθήματα είναι και το «δέσιμο» με την ομάδα. Και μπορεί να υπάρχουν παίκτες που δε διστάζουν να αλλάξουν φανέλα μόλις δουν μπροστά τους μια επιταγή με πολλά μηδενικά, όμως υπάρχουν κι αυτοί που μένουν πιστοί στην ομάδα τους για μια ζωή. Και με αυτούς θα ασχοληθούμε σήμερα, βλέποντας κάποιους παίκτες που αφιέρωσαν όλη τους την καριέρα σε μία και μόνο ομάδα. Την ομάδα της καρδιάς τους…

Ας ξεκινήσουμε με τον Τόμας Σάαφ. Ο Σάαφ είναι από το 1999 ο προπονητής της Βέρντερ Βρέμης, μιας ομάδας που όσο την θυμάμαι έχει φοβερά σκαμπανεβάσματα: Μια κυνηγάει το πρωτάθλημα, μια γλιτώνει τον υποβιβασμό με τα χίλια ζόρια. Πάντα αναρωτιόμουν πώς και δεν τον έχει διώξει η διοίκηση της ομάδας μετά από κάποιο στραβοπάτημα, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ομάδες.

Πώς, όμως, να διώξεις έναν ζωντανό θρύλο της ομάδας; Έναν παίκτη που έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα το 1972, σε ηλικία 11 χρονών, στις ακαδημίες της Βέρντερ; Που προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα 6 χρόνια αργότερα, το 1978; Που παρέμεινε στην ομάδα μέχρι που «κρέμασε» τα παπούτσια του, το 1994; Που αγωνίστηκε 281 φορές με τη φανέλα της Βέρντερ, στη θέση του αμυντικού; Που αμέσως μόλις αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ανέλαβε προπονητής στη δεύτερη ομάδα της Βέρντερ; Και που το 1999 πήρε προαγωγή για την πρώτη της ομάδα, την οποία και κοουτσάρει μέχρι και σήμερα; Ε, δεν είναι κι εύκολο.

Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στον Γκι Ρου, τον άνθρωπο που παρέμεινε στην γαλλική Οσέρ σαν παίκτης και προπονητής για συνολικά 53 χρόνια, από το 1952 μέχρι το 2005! Και δεν πειράζει που το 2007 δούλεψε σαν προπονητής στη Λανς και παραιτήθηκε στο 4ο παιχνίδι – τον συγχωρούμε.

Ένας μεγάλος ποδοσφαιριστής που παρέμεινε στην ίδια ομάδα μέχρι τέλους (κυριολεκτικά) ήταν ο θρυλικός Ρώσος τερματοφύλακας Λεβ Γιασίν. Ο Γιασίν ξεκίνησε την καριέρα του στην Ντιναμό Μόσχας το 1949, και την ολοκλήρωσε στην ίδια ομάδα, χωρίς να την αποχωριστεί ποτέ, το 1971, 22 ολόκληρα χρόνια και 326 παιχνίδια αργότερα. Και όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, παρέμεινε στην ομάδα σαν διοικητικός παράγοντας μέχρι το 1990, όταν και πέθανε. Μάλλον το άξιζε το χάλκινο άγαλμα, το οποίο δεσπόζει στον εξωτερικό χώρο του Ντινάμο Στάντιον της Μόσχας, στο οποίο απεικονίζεται να πηδάει ψηλά για να πιάσει την μπάλα…

22 χρόνια έμεινε, επίσης, ο Φριτς Βάλτερ στην Καϊζερσλάουτερν, από το 1937 μέχρι το 1959, σημειώνοντας 380 τέρματα σε 411 εμφανίσεις. Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει γι’αυτόν η Καϊζερσλάουτερν σαν αντάλλαγμα, ήταν η ονομασία του γηπέδου της σε «Φριτς Βάλτερ Στάντιον»…

Αλλά και ένα άλλο, πολύ πιο γνωστό γήπεδο στον κόσμο έχει πάρει το όνομά του από έναν πιστό παίκτη, προπονητή και πρόεδρο της ομάδας που αγωνίζεται εκεί. Μιλάμε για το «Σαντιάγο Μπερναμπέου» της Ρεάλ Μαδρίτης. Το οποίο, φυσικά, πήρε το όνομά της από τον Σαντιάγο Μπερναμπέου, ο οποίος υπήρξε παίκτης (1912-1927), προπονητής (1927-1936) και πρόεδρος (1943-1978) της Βασίλισσας και ήταν ο άνθρωπος που ανέστησε την ομάδα μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δημιουργώντας μία από τις καλύτερες ομάδες στα χρονικά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Ένας ακόμα άνθρωπος που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε μία ομάδα είναι ο Μπόμπι Πέισλι, η εμβληματική μορφή της Λίβερπουλ. Ο Πέισλι ξεκίνησε στη Λίβερπουλ την καριέρα του το 1939, «κρέμασε» τα παπούτσια του το 1954 στην ίδια ομάδα, αμέσως ανέλαβε το πόστο του φυσιοθεραπευτή και βοηθού προπονητή, μέχρι το 1974, όταν και έγινε προπονητής της ομάδας. Σε αυτήν τη θέση παρέμεινε μέχρι το 1983, αλλά ακόμα και τότε παρέμεινε στην ομάδα, ως Διευθυντής Ποδοσφαίρου. Η κοινή διαδρομή του Πέισλι με τη Λίβερπουλ ολοκληρώθηκε το 1992, όταν ο Πέισλι προσεβλήθη από τη νόσο Αλτσχάιμερ, 4 χρόνια πριν αφήσει την τελευταία του πνοή. Μία από τις εισόδους του Άνφιλντ, της έδρας της Λίβερπουλ, φέρει το όνομά του: Paisley Gates.

Κι αν τα 22 χρόνια του Γιασίν και του Βάλτερ σας φαίνονται πολλά, τότε τι μπορεί να πει κανείς για τον Μπομπ Κρόμπτον, που έπαιξε στην Μπλάκμπερν για 24 χρόνια (1896-1920); Τον Ουκρανό Γιούρι Ντεχτιάροφ, πάικτη της Σαχτάρ Ντόνετσκ από το 1965 ως το 1988; Τον Δανό Λαρς Χογκ, που έμεινε 23 χρόνια στην Οντένσε (1977-2000); Τον Ερνστ Κουτσόρα της Σάλκε (1927-1950); Τον Γερμανό Μαξ Μόρλοκ της Νυρεμβέργης (1940-1964); Τον Τεντ Σάγκαρ της Έβερτον (1929-1953);

Ωστόσο, ο ρέκορντμαν είναι άλλος, και είναι πολύ πιο γνωστός από όλους αυτούς. Είναι ο γνωστός και μη εξαιρετέος Πάολο Μαλντίνι, η «σημαία» της Μίλαν, που αγωνίστηκε με τη φανέλα των Ροσονέρι από το 1984 μέχρι και το 2009, δηλαδή για 25 ολόκληρα χρόνια, συγκεντρώνοντας 647 συμμετοχές και πετυχαίνοντας 29 γκολ. Κανένας άλλος παίκτης δεν έχει φτάσει τα 25 χρόνια καριέρας με την ίδια ομάδα.

Στα εγχώρια, λίγοι είναι οι παίκτες που αγωνίστηκαν για πολλά χρόνια σε μία μόνο ομάδα. Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση του Γιώργου Κούδα, ο οποίος αγωνίστηκε στον ΠΑΟΚ από το 1963 ως το 1984 (αφού η μεταγραφή του στον Ολυμπιακό δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και άρα δεν έφυγε ποτέ από τον ΠΑΟΚ), ενώ δεύτερος στη λίστα είναι ο Στέλιος Μανωλάς, που αγωνίστηκε στην ΑΕΚ για 19 χρόνια (1979-1998), σε 700 συνολικά παιχνίδια.

Υπάρχουν, άραγε, παίκτες που μπορούν να φτάσουν αυτές τις επιδόσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, όπου κυριαρχεί το χρήμα και όχι το συναίσθημα; Φυσικά και υπάρχουν. . Υπάρχει ο Γουες Μπράουν της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που παραμένει αμετακίνητος από το 1996. Φυσικά, υπάρχει και ο Ράιαν Γκιγκς, που έχει φτάσει τα 20 χρόνια στη Γιουνάιτεντ. Υπάρχουν και ο Τζέιμι Κάραχερ με τον Στίβεν Τζέραρντ, που αγωνίζονται στη Λίβερπουλ από το 1996 και το 1998 αντίστοιχα. Όπως ο Ίκερ Κασίγιας, που υπερασπίζεται την εστία της Ρεάλ Μαδρίτης από το 1999. Όπως η «σημαία» της Ρεάλ Μαδρίτης, ο Ραούλ, που φέτος συμπληρώνει 16 χρόνια στη Βασίλισσα. Όπως η «σημαία» της Ρόμα, ο Φραντσέσκο Τότι, που παραμένει πιστός στους Τζιαλορόσι εδώ και 18 χρόνια. Και υπάρχουν αρκετοί ακόμα…

Γιατί το ποδόσφαιρο, όσο και να το διαφθείρουν τα «μηδενικά» (κυριολεκτικά και μεταφορικά), θα έχει πάντα φυλαγμένη μια θέση για τους ρομαντικούς…