Τρελοποδόσφαιρο


«Άτλας: Το άλλο πάθος» by The_Stranger
28/04/2010, 22:35
Filed under: Ομάδες

Τι πρέπει να διαθέτει μια ποδοσφαιρική ομάδα για να αποκτήσει τη δική της τηλεοπτική εκπομπή; «Εκατομμύρια οπαδούς», είναι μια πιθανή απάντηση. Ή «σπουδαία ποδοσφαιρική ιστορία». Ή και «Να παίρνει τα πρωταθλήματα με τη σέσουλα». Όλες αυτές οι απαντήσεις είναι λογικές. Ωστόσο, υπάρχει και μία ομάδα που απέκτησε τη δική της τηλεοπτική εκπομπή, χάρη στο γεγονός ότι ήταν…η χειρότερη ομάδα της χώρας!

Η Κλουμπ Ατλέτικο Άτλας ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1951, στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, το Μπουένος Άιρες. Η έδρα της, το Εστάδιο Ρικάρντο Πούγκα, βρίσκεται στο προάστιο Χενεράλ Ροντρίγκες, που έχει πάρει το όνομά του από κάποιον Αργεντίνο στρατηγό – φανταστείτε κάτι σαν το «Παπάγου» της Αργεντινής.

Η Άτλας ήταν μία από τις εκατοντάδες «μικρές» ομάδες της Αργεντινής, η οποία όμως «μίκρυνε» ακόμα περισσότερο το 2004, όταν υποβιβάστηκε από την τελευταία τη τάξει κατηγορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, με αποτέλεσμα η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας να την διαγράψει από τα μητρώα της για έναν χρόνο. Η Άτλας ήταν πλέον η χειρότερη ομάδα της Αργεντινής.

Η περίπτωση της Άτλας έδωσε μια πρωτότυπη ιδέα σε έναν τηλεοπτικό παραγωγό: Να γυρίσει ένα ριάλιτι σόου με στοιχεία ντοκιμαντέρ, στο οποίο θα καταγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια η καθημερινότητα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, καθώς αυτή πάλευε να χτιστεί ξανά από το απόλυτο μηδέν.

Και όταν λέμε «απόλυτο μηδέν», το εννοούμε. Γιατί όταν η Άτλας έχασε το δικαίωμα συμμετοχής της σε κάθε διοργάνωση, έχασε μαζί και πολλούς από τους παίκτες της, τον προπονητή της, τις φανέλες της, τις μπάλες ποδοσφαίρου της, ακόμα και τα δίχτυα των τερμάτων της. Έπρεπε να ξεκινήσει κυριολεκτικά από την αρχή.

Η εκπομπή «Άτλας: Το άλλο πάθος» (με έμβλημά της έναν Άτλαντα να κουβαλάει στους ώμους του, όχι τη Γη, αλλά μία μπάλα ποδοσφαίρου) ξεκίνησε να προβάλλεται στις 9 Ιανουαρίου του 2006 και, μολονότι δεν κίνησε από την αρχή το ενδιαφέρον των θεατών, σιγά-σιγά έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην νέα εποχή της Άτλας, πέρα από τους παραγωγούς του ριάλιτι, είχαν τρεις άνθρωποι: Ο Ουίλσον Σεβερίνο, ο άνθρωπος που με δικό του γκολ ειχε «σφραγίσει» τον υποβιβασμό της Άτλας το 2004, αλλά πλέον ανήκε στο δυναμικό της. Ο χαρισματικός προπονητής Νέστορ Εσταμάρ, που ήταν ήδη διάσημος για τα ιδιαίτερα εμψυχωτικά του λόγια πριν από κάθε παιχνίδι. Και ο ιδρυτής και μέντορας της ομάδας, Δον Ρικάρντο Πούγκα, που παρά την προχωρημένη ηλικία του συνέχιζε να βοηθά όπως μπορούσε την ομάδα, εξασφαλίζοντας τη λατρεία των λιγοστών, αλλά ένθερμων οπαδών της Άτλας – δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το γήπεδο της ομάδας φέρει το όνομά του.

Η πορεία της ομάδας μετά την έναρξη του ριάλιτι, το οποίο συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας, ήταν αρκετά επιτυχημένη: Το 2006 «άγγιξαν» την άνοδο στην Τρίτη κατηγορία, ενώ το ίδιο συνέβη και το 2009. Στο μεταξύ, η Άτλας είχε εξασφαλίσει την οικονομική υποστήριξη αρκετών χορηγών, έχει ανακατασκευάσει το γήπεδό της, έχει οπαδούς στη γειτονική Κολομβία, όπου η εκπομπή είναι εξαιρετικά δημοφιλής, ενώ οι φανέλες της πλέον φέρουν τη σφραγίδα της Nike.

Χάρη σε ένα ριάλιτι σόου, μία ποδοσφαιρική ομάδα σώθηκε από την διάλυση και κατάφερε να επιστρέψει δριμύτερη στο αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Βέβαια, η στάμπα της «χειρότερης ομάδας της Αργεντινής» θα χρειαστεί πολλά χρόνια για να σβήσει. Αλλά το πάθος και η θέληση των παικτών και των παραγόντων της ομάδας να την αποτινάξουν από πάνω τους, όπως αποτυπώνεται στον τηλεοπτικό φακό, ίσως κάποια μέρα να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα: Την άνοδο στην Τρίτη κατηγορία…



Ο Λούις Μπούκμαν by stokegeo
27/04/2010, 18:08
Filed under: Παίκτες

Κάποιες εποχές, είναι δύσκολο απλώς να έχεις μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Π.χ., στην Αμερική του ’50 και του ’60, ήταν δύσκολο να είσαι μαύρος. Ή να είσαι Εβραίος στη Γερμανία του ’30. Με καταλάβατε; Το ίδιο δύσκολο να είσαι Εβραίος ήταν και στη Λιθουανία των τελών του 19ου αιώνα. Γι’ αυτό η οικογένεια των Μπουχάλτερ αποφάσισε να μεταναστεύσει, για να γλιτώσει από το μένος των συνανθρώπων τους, που κυνηγούσαν τους Εβραίους. Ο μικρός γιος της οικογένειας, ο Λούις, δεν ήταν ούτε δέκα ετών, όταν η οικογένειά του μετανάστευσε από το Ζαγκάρε, όπου έμεναν, στην Ιρλανδία, τη δεκαετία του 1890. Οι Μπουχάλτερ (ή Μπουκχάλτερ, κατ’ άλλους), για να προσαρμοστούν στο νέο (αγγλόφωνο) περιβάλλον τους, μετέτρεψαν το όνομά τους σε Μπούκμαν (Bookman). Μ’ αυτό το όνομα έμελλε να γράψει η ιστορία τον μικρό, ακόμα τότε, Λούις.

Ο νεαρός, αριστερόχειρας και λάτρης του αθλητισμού, Μπούκμαν, δεν άργησε να βρει τον προσανατολισμό του. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα επαγγελματικά στην Μπέλφαστ Σέλτικ, ομάδα της Ιρλανδίας. Ήταν καλός, και έπαιξε αρκετούς αγώνες με την ομάδα. Αριστεροπόδαρος, πεισματάρης και ικανός, βοηθούσε την ομάδα.

Οι ικανότητές του ήταν τέτοιες, που, όταν συγκροτήθηκε η ερασιτεχνική εθνική ομάδα της Ιρλανδίας, ο Μπούκμαν ήταν μέλος της! Και έπαιξε μάλιστα και σε αγώνα με την εθνική Ιρλανδίας εκείνη, των ερασιτεχνών. Γι’ αυτό τον κατέγραψε η ιστορία: διότι έγινε ο πρώτος καταγεγραμμένος Εβραίος Ευρωπαίος, που χρίστηκε διεθνής και έπαιξε σε διεθνές παιχνίδι με κάποια εθνική ομάδα.

Κατά καιρούς ακολούθησαν κι άλλοι, και σαφώς γνωστότεροι και καλύτεροι, όπως ο Ματίας Ζίντελαρ (Αυστρία), ο Χοσέ Πέκερμαν (Αργεντινή), ο Σεμπαστιάν Ρόζενταλ (Χιλή). Ο Μπούκμαν, όμως, άνοιξε το δρόμο.

Το 1911, ο Μπούκμαν άφησε την Μπέλφαστ Σέλτικ και πήγε στην αγγλική Μπράντφορντ Σίτυ, και μετά στη Γουέστ Μπρόμγουιτς Άλμπιον. Στην πρώτη, απλώς δεν κατάφερε να προσαρμοστεί (32 συμμ.). Στη δεύτερη, του έκοψε τη φόρα ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Όσοι οι μάχες στα θανατηφόρα μέτωπα διαρκούσαν με αμείωτη ένταση, εκείνος γύρισε πίσω στην Ιρλανδία, και έπαιζε μπάλα με τη Γκλεντόραν και τη Σέλμπουρν. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, τον βρήκε στα κατάστιχα της Λούτον Τάουν, πίσω στην Αγγλία: εκεί έκανε την καλύτερή του εμφάνιση, ο Μπούκμαν. 101 παρουσίες, ως το 1922. Ήταν πια 32 ετών. Έπαιξε για λίγο στην Πορτ Βέηλ του Στόουκ-ον-Τρεντ, και κατόπιν γύρισε πίσω στην Ιρλανδία και έκλεισε την καριέρα του στην Σέλμπουρν.

O Λούις Μπούκμαν (με τη φανέλα της Ιρλανδίας, 1914)

Έπαιξε και τέσσερις φορές με την εθνική ομάδα της Ιρλανδίας, όχι των ερασιτεχνών, πια, αλλά των ανδρών! Κέρδισε μαζί της το Πρωτάθλημα Βρετανίας του 1914, μαζί με άλλα αστέρια των Ιρλανδών της εποχής, όπως οι Πάτρικ Ο’ Κόνελ, Βαλ Χάρις, και Μπιλ Λέισι.

Παράλληλα, έπαιξε και κρίκετ. Αριστερόχειρας, αγωνίστηκε πάνω από 10 φορές με την Εθνική Ιρλανδίας σε διεθνή παιχνίδια.

Μακριά απ’ τον αθλητισμό, δούλεψε στα τρένα, ενώ έγινε και κοσμηματοπώλης. Πέθανε το 1943, στα 52 του, ο πρώτος Εβραίος που, σε μια εποχή αντισημιτισμού και μίσους, που δε θα έπαυε για αρκετό καιρό ακόμα, απόλαυσε τόσο εξαιρετικές τιμές, όπως η πρώτη (για Εβραίο αθλητή) συμμετοχή του σε διεθνή ποδοσφαιρικό αγώνα!!!

Το ποδόσφαιρο δε γνωρίζει από πού κατάγεσαι! Αρκεί, να παίζεις καλά!!!



O Έλληνας που χάλασε τη γιορτή… by The_Stranger
25/04/2010, 22:39
Filed under: Γεγονότα, Διαιτητές

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος σας απευθύνει την εξής ερώτηση: «Πόσους Έλληνες ξέρετε που έχουν συμμετάσχει σε τελικό ευρωπαϊκού κυπέλλου;». Κάποια ονόματα θα σας έρθουν αυθόρμητα: Μίμης Δομάζος, Αντώνης Αντωνιάδης, Άνθιμος Καψής – ολόκληρη η ενδεκάδα του Παναθηναϊκού σε εκείνο τον μεγάλο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ κόντρα στον Άγιαξ, στις 2 Ιουνίου του 1971. Απόλυτα λογικό. Υπάρχει, όμως, και άλλος ένας Έλληνας που έχει λάβει μέρος σε τελικό ευρωπαϊκού κυπέλλου, ένας Έλληνας διαιτητής που έχει γράψει μία από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Ίσως να μην τον γνωρίζετε, αλλά ήρθε ο καιρός να τον μάθετε.

Ο τελικός του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1973 διεξήχθη στο Καυταντζόγλειο της Θεσσαλονίκης. Ήταν, μάλιστα, η δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια που ο τελικός της διοργάνωσης θα φιλοξενείτο στην Ελλάδα, αφού ο τελικός του 1971, ανάμεσα στην Ρεάλ Μαδρίτης και την Τσέλσι, είχε διεξαχθεί στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Πειραιά. Όπως ξέρουμε όλοι, η Χούντα έδινε μεγάλη σημασία στο ποδόσφαιρο…

Στον τελικό του 1971, η UEFA «έσπασε» την παράδοση που ήθελε τον διαιτητή του τελικού να προέρχεται από τη χώρα στην οποία διεξάγεται ο τελικός, καθώς δεν εμπιστευόταν τους Έλληνες διαιτητές – γιατί άραγε; Σε εκείνο τον τελικό (που τελικά ήταν διπλός, καθώς το πρώτο παιχνίδι έληξε ισόπαλο 1-1 και έγινε επαναληπτικός αγώνας, τον οποίο κέρδισε η Τσέλσι με 2-1) είχε «σφυρίξει» ο Ελβετός Ρούντολφ Σόιρερ, χωρίς παρατράγουδα.

Το 1973, η UEFA αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να εμπιστευτεί τους Έλληνες διαιτητές, κι έτσι σαν διαιτητής του τελικού εκείνης της χρονιάς, ανάμεσα στη Μίλαν και την Λιντς, ορίστηκε ο Έλληνας Χρήστος Μίχας. Έτσι, ο Μίχας έγινε ο πρώτος (και τελευταίος μέχρι σήμερα) Έλληνας διαιτητής που «σφύριξε» σε τελικό ευρωπαϊκής διοργάνωσης. Και η UEFA διέπραξε ένα από τα πλέον ολέθρια σφάλματά της.

Βλέπετε, ο Χρήστος Μίχας ήταν ο αρνητικός πρωταγωνιστής του αγώνα. Μόλις στο 4ο λεπτό του αγώνα έδειξε τις προθέσεις του: Χάρη σε ένα ανύπαρκτο φάουλ (το οποίο κέρδισε ο μετέπειτα προπονητής του Ολυμπιακού, Αλμπέρτο Μπιγκόν), ο Λουτσιάνο Κιαρούτζι άνοιξε το σκορ για τη Μίλαν, με απευθείας εκτέλεση φάουλ.

Και αυτή ήταν μόνο η αρχή: Σε ολόκληρο το υπόλοιπο παιχνίδι ο Μίχας ακύρωνε χωρίς λόγο γκολ της Λιντς, αρνιόταν καθαρά πέναλτι στη αγγλική ομάδα, ενώ λίγο πριν τη λήξη του αγώνα απέβαλε τον Νόρμαν Χάντερ της Λιντς, επειδή χτύπησε εν θερμώ τον Τζιάνι Ριβέρα της Μίλαν, αφού όμως ο προηγούμενος τον είχε μαρκάρει σκληρά χωρίς να δοθεί φάουλ.

Το παιχνίδι έληξε 1-0 υπέρ της Μίλαν. Ωστόσο, αυτό που συνέβη εκείνο το βράδυ δεν έχει ξαναγίνει: Όταν οι παίκτες της Μίλαν ξεκίνησαν να κάνουν τον «γύρο του θριάμβου», οι Έλληνες οπαδοί αντέδρασαν με αποδοκιμασίες και αντικείμενα, έβριζαν τον (συμπατριώτη τους!) διαιτητή, ενώ φώναζαν «Σούπερ Λιντς» και ζητούσαν να βγει η αγγλική ομάδα στον αγωνιστικό χώρο. Έτσι, οι Ροσονέρι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, ενώ τα Παγώνια επέστρεψαν στον αγωνιστικό χώρο και αποθεώθηκαν από τον κόσμο σαν νικητές, κάνοντας κάτι σαν «γύρο του θριάμβου»!

Φυσικά, το γεγονός μόνο απαρατήρητο δεν πέρασε. Οι εφημερίδες την επόμενη μέρα κυκλοφόρησαν με καυστικούς τίτλους: «Τα δύο Μ κατέκτησαν το Κύπελλο» (σ.σ. Μίλαν και Μίχας) έγραφε η «ΟΜΑΔΑ», ενώ τα «ΝΕΑ» είχαν τίτλο «Ποιο ποτάμι θα ξεπλύνει την ντροπή της διαιτησίας;».

Κανένα ποτάμι δεν μπορούσε να την ξεπλύνει. Όλοι ήταν βέβαιοι ότι ο Μίχας είχε χρηματιστεί για να ευνοήσει τη Μίλαν – φυσικά, κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε ποτέ. Έτσι, ο Μίχας τιμωρήθηκε από την ΕΠΟ και την UEFA, η οποία όμως ποτέ δεν δέχτηκε το αίτημα της Λιντς για επανάληψη του αγώνα.

Και μπορεί να έχουν περάσει περισσότερα από 35 χρόνια από τότε, όμως στη Λιντς θυμούνται ακόμα την εφιαλτική βραδιά του Καυταντζογλείου. Μάλιστα, πριν από έναν περίπου χρόνο, ένας Άγγλος ευρωβουλευτής, ο Ρίτσαρντ Κόρμπετ, ζήτησε από τον πρόεδρο της UEFA, Μισέλ Πλατινί, τη διενέργεια έρευνας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη εκείνος ο αγώνας, και το κατά πόσον ο Μίχας χρηματίστηκε ή όχι, καθώς και την αφαίρεση του Κυπέλλου από τη Μίλαν.

Ο ίδιος σε δηλώσεις του έλεγε: «[…] έστω και τώρα να γίνει έρευνα για τα γεγονότα εκείνου του τελικού που μας προκάλεσε 36 χρόνια πόνου. Τότε μας έκλεψαν το τρόπαιο. Ο διαιτητής έκανε μια σειρά απανωτών σφαλμάτων σε βάρος της ομάδας μας, χαρίζοντας το Κύπελλο στην Μίλαν».

Φυσικά, δεν έγινε τίποτα. Γιατί μπορεί η UEFA να θεωρεί σημαντική προτεραιότητα την κάθαρση στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, όμως ο κανονισμός της ομοσπονδίας ορίζει πως, μετά το πέρας 10 ετών, παραγράφεται κάθε πειθαρχική παρέμβαση και έρευνα για δωροδοκία.

Έτσι, η Λιντς δε δικαιώθηκε ποτέ. Ωστόσο, ο κόσμος που βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο Καυταντζόγλειο ήταν μάρτυρας της «σφαγής», και αποθέωσε τα θύματα αυτής της σφαγής. Και, φυσικά, η UEFA κοιτάζει από τότε με μισό μάτι τους Έλληνες διαιτητές – μετά από τέτοιο χουνέρι, πώς να τους εμπιστευτεί ξανά; Εξάλλου, ούτε καν εμείς οι ίδιοι δεν τους εμπιστευόμαστε – ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει κάποιος Μίχας ανάμεσά τους…



Μπίλυ Μέρεντιθ: ο πρώτος μεγάλος σταρ! by stokegeo
24/04/2010, 17:06
Filed under: Παίκτες

Μπίλι Μέρεντιθ. Για τους Ουαλούς, είναι ένα μυθικό πρόσωπο. Και για το ποδόσφαιρο! Ο Ουαλός εργάτης ανθρακωρυχείου, που αργότερα έγινε ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της «νηπιακής» εποχής του ποδοσφαίρου, κατάφερε το εξής απίστευτο: να παίξει πάνω από 300 φορές και στη Μάντσεστερ Σίτυ, αλλά και στην μεγάλη εχθρό της, τη συμπολίτισσα Γιουνάιτεντ! Αυτό, όμως, ήταν ένα από τα πολλά κατορθώματα του πρώτου μεγάλου σταρ του βρετανικού παιχνιδιού.

Ο Μπίλι Μέρεντιθ (αριστερά) εν δράσει

Ο Μπίλι Μέρεντιθ γεννήθηκε το 1874, στο Τσερκ, μια μικρή πόλη ανθρακωρύχων, κοντά στο Ρέξαμ, στην Ουαλία. Από τα 12 του δούλευε σαν οδηγός πόνυ στα ορυχεία: καθοδηγούσε, δηλαδή, τα μικρά αυτά αλογάκια μέσα σε ειδικούς υπόγειους διαδρόμους, ώστε να φορτώσουν και να ξεφορτώσουν το κάρβουνο. Το «μικρόβιο» της μπάλας τού το μετέδωσαν τα μεγαλύτερα αδέρφια του, μερικά απ’ τα οποία έπαιζαν και επαγγελματικά, ενώ τον έπαιρναν στο γήπεδο για να βλέπει αγώνες επαγγελματικών ομάδων. Η τοπική ομαδούλα, Τσερκ FC, με την αθρόα προσέλευση των ανθρακωρύχων στους αγώνες της, κέρδισε το Κύπελλο Ουαλίας πέντε φορές συνεχόμενα, και ο Μπίλι Μέρεντιθ έγινε μέλος της, κάνοντας το ντεμπούτο του το 1892. Σ’ όλη την καριέρα του, αγωνίστηκε στα δεξιά της επίθεσης (δεξί εξτρέμ).

Οι ανθρακωρύχοι έκαναν τη δική τους επανάσταση το 1893, μιας και η κυβέρνηση τους έκοψε μέρος των μισθών τους. Η Τσερκ φεύγει από τη λίγκα της, και εντάσσεται στο ουαλικό πρωτάθλημα (προηγουμένως έπαιζε σε ένα πρωτάθλημα μείξης τοπικών ομάδων και των δεύτερων ομάδων κάποιων μεγάλων συλλόγων): ο Μέρεντιθ, στην προσπάθειά του να αποκομίσει κάποια χρήματα, παίζει και με τα χρώματα της άσημης Νόρθγουιτς Βικτόρια, ενώ ήταν και παίκτης της Τσερκ!! Στη Νόρθγουιτς πήρε λίγα χρήματα, ενώ με την Τσερκ κέρδισε το πρώτο του Κύπελλο Ουαλίας, το 1894.

Από τη Νόρθγουιτς, όμως, ο πρώην ανθρακωρύχος δεν κέρδισε μόνο λίγα λεφτά. Κέρδισε και αναγνώριση. Παίζοντας στη Β’ εθνική με τη Νόρθγουιτς, τράβηξε τα βλέμματα κάποιων ομάδων. Ο γραμματέας της Μπόλτον όμως απέρριψε το νεαρό Μέρεντιθ, διότι ήταν «άπειρος». Όταν όμως ο Λόρενς Φέρνις και ο Τζόσουα Πάρλμπυ, εκπροσωπώντας την Άρντγουικ (δε λεγόταν ακόμα Μάνστεστερ Σίτυ), έφτασαν στο μικρό Τσερκ για να αποσπάσουν την υπογραφή του Μπίλυ, ήξεραν ότι δε θα έφευγαν αν ο Μπίλυ δε ντυνόταν στα γαλάζια της Σίτυ. Ο θρύλος λέει ότι το ζεύγος των διαπραγματευτών αντιμετωπίστηκε με τεράστια καχυποψία από το πλήθος των ανθρακωρύχων του Τσερκ, που τους είδε με δυσπιστία, γι’ αυτό και οι δύο εκπρόσωποι της Σίτυ μπόρεσαν να μιλήσουν με τον Μέρεντιθ μόνο αφού αναγκάστηκαν να… κεράσουν μπύρες όλους τους ανθρακωρύχους που δούλευαν μαζί με τον παίκτη! Τελικά, ο Μέρεντιθ γίνεται παίκτης της Σίτυ.

Ο Μπίλι Μέρεντιθ στα γαλάζια της Σίτυ

Έπαιξε συνολικά 390 παιχνίδια με τους «σίτιζενς», ενώ ήταν παρών και στο πρώτο ντέρμπυ του Μάντσεστερ της ιστορίας: το Νοέμβρη του 1894, στη νίκη 5-2 της Γιουνάιτεντ επί της Σίτυ. Ο κόσμος της Σίτυ τον αγάπησε για τις εξαιρετικές του εμφανίσεις με την ομάδα, και όπου έπαιζε αυτός, γέμιζαν τα γήπεδα.

Το 1904, όμως, το όνομά του βρέθηκε μπλεγμένο σε ένα σκάνδαλο δωροδοκίας: κατηγορήθηκε ότι έδωσε δέκα λίρες στον μπακ-χαφ Άλεξ Λικ, της Άστον Βίλα, για να έχει μειωμένη απόδοση στο μεταξύ τους ματς. Η Ομοσπονδία τον τιμωρεί: για 18 μήνες, του απαγορεύτηκε να παίζει!

Το 1906, ο Μπίλυ αφήνει τη Σίτυ, και μετεγγράφεται στη Γιουνάιτεντ. Κι

Με τα κόκκινα της Γιουνάιτεντ

εκεί, οι φίλαθλοι τον αγαπούν αμέσως: 15 σεζόν, 335 αγώνες με τα «κόκκινα» για το μεγάλο Ουαλό (δεκαετίες πριν έλθει ο άλλος Ουαλός, ο Γκιγκς). Το 1921, κι αφού κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξε και ένα ματς με τη φανέλα της Πόρτ Βέηλ του Στόουκ, σε ηλικία 47 ετών, επιστρέφει στη Σίτυ. Σταμάτησε την καριέρα του το 1924, στα 49 του. Είναι, ως σήμερα, απ’ τους γηραιότερους παίκτες που έπαιξαν στην ανώτερη κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του, Τσάρλι Ρόμπερτς, έγιναν προπονητές στην Μάντσεστερ Σέντραλ, μόλις ο Μέρεντιθ αποσύρθηκε.

Έπαιξε 48 φορές με την Εθνική Ουαλίας, σκοράροντας 11 γκολ. Οι προπονητές των ομάδων του δεν τον άφηναν να πάει να παίξει με την εθνική, για να μην χάνει παιχνίδια! Αλλιώς, ίσως οι διεθνείς συμμετοχές του να ‘ταν περισσότερες. Η συνηθέστερη εικόνα του μεγάλου άσσου, ήταν να παίζει με μια οδοντογλυφίδα στο στόμα, σε κάθε παιχνίδι!!!

Πέθανε το 1958, σε ηλικία 83 ετών, στο Γουίδινγκτον, δίπλα στο Μάντσεστερ. Ο τάφος του δεν έγραφε πάνω το όνομά του. Έπρεπε από κοινού να συμφωνήσουν η ουαλική Ομοσπονδία, η Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών, η Μάντσεστερ Σίτυ και η Γιουνάιτεντ να βάλουν λεφτά όλες μαζί, για να χτιστεί ένα τιμητικό μνημείο πάνω στον τάφο του ανθρώπου, που υπήρξε ο πρώτος μεγάλος σταρ του βρετανικού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου.



«Πελέ»; Ποιος «Πελέ»; Γιόζεφ Μπίτσαν! by The_Stranger
22/04/2010, 19:14
Filed under: Παίκτες

Στις συνειδήσεις όλων μας, ο Πελέ είναι ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, αλλά και ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών, επειδή πέτυχε περισσότερα από 1000 γκολ στη διάρκεια της καριέρας του. Είναι, όμως έτσι;

Σύμφωνα με την RSSSF, όχι. Η RSSSF (Rec.Sport.Soccer Statistics Foundation) είναι μια ανεξάρτητη διεθνής οργάνωση, η οποία καταπιάνεται με τα στατιστικά του ποδοσφαίρου. Ιδρύθηκε το 1994, και από τότε καταγράφει (στα πλαίσια του εφικτού, πάντα) κάθε γκολ, κάθε αποτέλεσμα, κάθε σκόρερ. Και θεωρείται η πλέον αξιόπιστη πηγή στατιστικών στοιχείων για το ποδόσφαιρο.

Φυσικά, το να πει κανείς με απόλυτη βεβαιότητα πόσα γκολ έχει πετύχει ένας παίκτης στη ζωή του είναι πρακτικά αδύνατο. Ειδικά όταν μιλάμε για παίκτες που αγωνίζονταν πριν από 20, 30 ή και 70 χρόνια, όταν κανείς δεν κρατούσε στατιστικά στοιχεία για το ποδόσφαιρο. Μόνο κατά προσέγγιση μπορούμε να μιλάμε. Και η RSSSF είναι η κατάλληλη πηγή για να μάθουμε ποιος είναι ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της RSSSF, ο Πελέ κατατάσσεται μόλις 3ος στη λίστα των σκόρερ σε επίσημα παιχνίδια, με 765, ενώ αν μετρήσουμε και τα ανεπίσημα παιχνίδια, τότε έρχεται μόλις 4ος, με περίπου 1280 γκολ. Αν δούμε μόνο τους επίσημους αγώνες (που είναι και πιο δίκαιο, δεδομένου ότι αυτοί είναι οι αγώνες που έχουν κάποια σημασία), ο Πελέ βρίσκεται λίγο πιο πάνω από τον Γερμανό Γκερντ Μίλερ (735 γκολ/1461 μαζί με τα φιλικά) και τον Φέρεντς Πούσκας (περισσότερα από 701 γκολ). Ποιοι τον έχουν ξεπεράσει, όμως;

Τον κύριο που βρίσκεται στη δεύτερη θέση μάλλον τον γνωρίζουμε όλοι: Πρόκειται για τον Βραζιλιάνο Ρομάριο, που έχει σημειώσει 771 τέρματα σε επίσημους αγώνες, με τα ανεπίσημα να πλησιάζουν τα 1000 (κατά τον ίδιο είναι περισσότερα από 1000, αλλά η RSSSF μετράει 968). Τον κύριο, όμως, που έχει κατακτήσει την κορυφή τόσο σε επίσημα, όσο και σε ανεπίσημα τέρματα, μάλλον δεν τον γνωρίζετε. Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα.

Ο Γιόζεφ Μπίτσαν γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1913 στη Βιέννη, από Τσέχους γονείς. Ο πατέρας του, Φράντισεκ, ήταν ποδοσφαιριστής στην Χέρτα Βιέννης, όμως απεβίωσε το 1921, κι ενώ ο Γιόζεφ ήταν 8 ετών, εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι.

Ένα τέτοιο γεγονός από μόνο του θα ήταν ικανό για να κάνει ένα παιδί να μισήσει το ποδόσφαιρο, όμως φαίνεται πως ο Γιόζεφ Μπίτσαν είχε το «μικρόβιο» μέσα του: Μόλις 4 χρόνια αργότερα, σε ηλικία 12 ετών, εντάχθηκε στην παιδική ομάδα της Χέρτα Βιέννης, και στα 18 του ήρθε η ώρα για το μεγάλο του άλμα, στη μεγάλη ομάδα της πόλης: Τη Ραπίντ Βιέννης. Έπαιξε για 4 χρόνια στην Ραπίντ και άλλα 2 στην αυστριακή Αντμίρα, πριν κάνει το μεγάλο «μπαμ» στην τσέχικη Σλάβια Πράγας. Εκεί αγωνίστηκε για 11 ολόκληρα χρόνια, από το 1937 έως το 1948, πετυχαίνοντας περίπου 395 τέρματα σε 217 εμφανίσεις – μάλιστα, μια συγκεκριμένη χρονιά πέτυχε 57 γκολ σε 24 αγώνες!

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δέχτηκε μια ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση από την Γιουβέντους για να αγωνιστεί εκεί, όμως αρνήθηκε, κυρίως επειδή φοβόταν ότι, μετά την πτώση του φασισμού, θα αναλάμβαναν την εξουσία οι κομμουνιστές, με τους οποίους δεν τα είχε καθόλου καλά. Βέβαια, ο Μπίτσαν έπεσε πολύ έξω: Όχι μόνο η Ιταλία δεν κατελήφθη από τους κομμουνιστές, αλλά αντίθετα ήταν στην Τσεχοσλοβακία που ανέλαβαν την εξουσία οι κομμουνιστές, το 1948. Εκείνη τη χρονιά, ο Μπίτσαν αρνήθηκε να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας, κι έτσι μπήκε στη «μαύρη λίστα». Έφυγε από την Σλάβια Πράγας και μέχρι το 1950 δεν έπαιζε σε καμία ομάδα.

Το 1950, σε μια προσπάθεια να «καλοπιάσει» το Κόμμα, εντάχθηκε στο δυναμικό της Ζελεζάρνι Βιτκόβιτσε, μιας ομάδας που ανήκε στο Κόμμα. Το 1951 μεταπήδησε στην Χράντετς Κράλοβε, όμως το 1953 το Κόμμα τον έδιωξε από την πόλη, κι έτσι ο Μπίτσαν επέστρεψε στην Πράγα και την Σλάβια (που τότε είχε μετονομαστεί σε Ντινάμο Πράγας), στην οποία και έκλεισε την καριέρα του το 1955, σε ηλικία 42 ετών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, και η καριέρα του σε επίπεδο εθνικών ομάδων. Καθώς ήταν γεννημένος στην Βιέννη και ζούσε εκεί, ο Μπίτσαν έπαιξε στην εθνική ομάδα της Αυστρίας, κάνοντας το ντεμπούτο του στις 29 Νοεμβρίου του 1933, σε ηλικία 20 ετών. Ήταν μέλος της θρυλικής Βούντερτιμ («ομάδα-όνειρο») της Αυστρίας, που κατέκτησε την 4η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934. Ωστόσο, όταν πήρε μεταγραφή στην Σλάβια Πράγας, το 1937, ζήτησε και πήρε την τσεχοσλοβάκικη υπηκοότητα, αφού είχε καταγωγή από την Τσεχία. Έτσι, αγωνίστηκε και στην εθνική ομάδα της Τσεχοσλοβακίας, από το 1938 έως το 1949.

Και εντάξει, οι παίκτες που έχουν αγωνιστεί με δύο διαφορετικές εθνικές ομάδες δεν είναι και λίγοι, καθώς αυτή ήταν μια συχνή πρακτική εκείνης της εποχής, κυρίως εκ μέρους των Ιταλών. Αλλά ο Μπίτσαν…κατάφερε να αγωνιστεί και σε τρίτη εθνική ομάδα! Πρόκειται για την εθνική ομάδα «Βοημίας και Μοραβίας», με την οποία αγωνίστηκε στα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939. Έπαιξε μόλις σε έναν αγώνα, αυτόν κόντρα στη Γερμανία, πετυχαίνοντας χατ-τρικ σε ένα παιχνίδι που έληξε ισόπαλο 4-4. Ένα απίστευτο κατόρθωμα.

Αλλά το πραγματικά απίστευτο κατόρθωμα του Γιόζεφ Μπίτσαν εντοπίζεται στα γκολ που πέτυχε κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Σύμφωνα με την RSSSF, ο Μπίτσαν πέτυχε περισσότερα από 804 γκολ σε επίσημους αγώνες, και περισσότερα από 1470 αν μετρήσουμε και τα φιλικά. Μιλάμε για μια αληθινή «μηχανή» γκολ.

Η περίπτωση του Μπίτσαν έγινε παγκοσμίως γνωστή το 1969, όταν ο Πελέ πέτυχε το 1000ό του τέρμα, και οι δημοσιογράφοι ανά τον κόσμο προσπαθούσαν να βρουν κάποιον άλλο παίκτη που να είχε ξεπεράσει τα 1000 γκολ στην καριέρα του. Τότε, ο παλιός Γερμανός ποδοσφαιριστής Μπίμπο Μπίντερ ανέφερε τον Μπίτσαν, υποστηρίζοντας ότι είχε πετύχει περισσότερα από 5000 τέρματα! Όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον ίδιο τον Μπίτσαν γιατί δεν είχε ποτέ μιλήσει για αυτό το κατόρθωμά του, αυτός απάντησε: «Ποιος θα με πίστευε αν έλεγα ότι έχω πετύχει 5 φορές περισσότερα γκολ από τον Πελέ;».

Πράγματι, δεν θα τον πίστευε κανείς. Και δεν είναι δυνατόν να τον πιστέψει κανείς, αφού αυτό θα σήμαινε ότι ο Μπίτσαν έβαζε…185 γκολ κάθε χρονιά! Αυτό, φυσικά, ήταν αδύνατο, ακόμα και για την εποχή για την οποία μιλάμε. Ωστόσο, το ρεκόρ παραμένει ρεκόρ. Και μάλλον θα παραμείνει τέτοιο για πολύ καιρό, δεδομένου ότι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι σχεδόν αδύνατον ένας παίκτης να πετυχαίνει περισσότερα από 30-35 γκολ κάθε χρονιά, και άρα σε μια μέση καριέρα 20 ετών είναι πολύ δύσκολο κάποιος να ξεπεράσει τα 700 τέρματα.

Ο Μπίτσαν πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου του 2001 πλήρης ημερών, στα 88 του χρόνια, προδομένος από την καρδιά του. Και μπορεί ο Πελέ να του πήρε τη δόξα των 1000+ τερμάτων, αλλά η ιστορία έχει καταγράψει αυτόν ως κορυφαίο σκόρερ όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο. Και, τελικά, αυτό είναι που μετράει…

Ο Γιόζεφ Μπίτσαν επί τω έργω, με τη φανέλα της Σλάβια Πράγας



Ο «Παπαδόπουλος» της Αϊτής!!! by stokegeo
21/04/2010, 16:28
Filed under: Γεγονότα, Πρόεδροι

21 Απριλίου σήμερα. Υπάρχει επέτειος και για χούντες, σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ όλες τις χώρες – καλό είναι. Για να θυμόμαστε τα πεπραγμένα, και να μην ξαναφτάσουμε σ’ αυτό το σημείο. Εμείς, στο Τρελοποδόσφαιρο, τιμάμε τη μέρα τη σημερινή, με το να θυμηθούμε το πώς εκμεταλλεύτηκε (μεταξύ άλλων και) το ποδόσφαιρο ένας άλλος δικτάτορας, πολύ μακριά από εμάς, σ’ ένα μέρος, που η τραγωδία του εισέβαλε στις τηλεοράσεις μας πολύ πρόσφατα: την Αϊτή.

Πώς μπορεί μια ομάδα να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο; Μα, παίζοντας όσο πιο καλά μπορεί, υπερνικώντας τους αντιπάλους της και κατακτώντας την πρόκριση. Πολύ απλά, αυτό είναι το νόημα της προκριματικής διαδικασίας του Μουντιάλ, και των άλλων μεγάλων διεθνών διοργανώσεων. Αυτό ακριβώς σκέφτηκε και ο Ζαν-Κλοντ Ντιβαλιέ, ο ανώτατος άρχων της Αϊτής, όταν η χώρα του διεκδίκησε την πρόκριση στο Π.Κ. του 1974, στη Γερμανία.

Ο Ντιβαλιέ δεν ήταν κανένας τυχαίος. Είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, Φρανσουά Ντιβαλιέ, το 1971: έναν από τους πιο στυγνούς δυνάστες και δικτάτορες που γνώρισε ο κόσμος τον 20ό αιώνα. Ο «Πάπα Ντοκ», Μπαμπάς Γιατρός, δηλαδή, όπως ήταν γνωστός, επειδή είχε κάνει μεγάλη καριέρα γιατρεύοντας τον κόσμο, κυβέρνησε απολυταρχικά την Αϊτή απ’ το 1957 ως το 1971. Κέρδισε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα, και τέτοια ήταν και η διακυβέρνησή του: βασιζόμενη στο στρατιωτικό νόμο και την πειθαρχία.

Δημιούργησε τους Εθελοντές της Πολιτοφυλακής της Εθνικής Ασφάλειας, ρουφιάνους και βασανιστές, που λογοδοτούσαν μόνο σε εκείνον, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσε τα μίντια για να αυτοπροβάλλεται ως μεγάλος ηγέτης και άρχοντας. Φόβιζε παράλληλα τον απλό κόσμο και με τη χρήση βουντού (διαδεδομένη στην αφρικανικής προέλευσης κοινωνία της Αϊτής), και κρατούσε τους ανθρώπους δέσμιους του αναλφαβητισμού, της φτώχειας και της μιζέριας, ενώ ο ίδιος πλούτιζε. Όταν άφησε την εξουσία, την πήρε με μιας ο γιος του, ο Ζαν-Κλοντ, συνεχίζοντας με τον ίδιο τρόπο να κυβερνά την Αϊτή. Μέχρι σήμερα, η χώρα δεν έχει αναρρώσει από τον τυφώνα των Ντιβαλιέ.

Αριστερά, ο "Πάπα-Ντοκ", και δεξιά, ο "Μπέημπυ Ντοκ": πατέρας και γιος Ντιβαλιέ.

Ο Ζαν-Κλοντ, λοιπόν, είδε τη χρυσή ευκαιρία να προβάλει το μεγαλείο της χώρας του, μέσω των σπορ (όπως όλοι οι δικτάτορες που σέβονται τον εαυτό τους), και ειδικότερα μέσω του σπουδαιότερου σπορ, του ποδοσφαίρου. Γι’ αυτό και ο τελικός γύρος των προκριματικών του Π.Κ. 1974, για τη ζώνη της Κεντρικής, Βόρειας Αμερικής και Καραϊβικής, διεξήχθη στο εθνικό στάδιο της Αϊτής, το Σίλβιο Κατόρ! Ο Ντιβαλιέ ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα για να προκριθεί η Αϊτή.

Με έξι ομάδες να διαγωνίζονται για μία μόνο θέση, ο τελικός γύρος ξεκίνησε. Η επιρροή του καθεστώτος Ντιβαλιέ ξεκίνησε με την «ανάθεση», όπως είδαμε, στην Αϊτή της διοργάνωσης του τελικού αυτού γύρου. Δε σταμάτησε όμως εκεί. Από τους πρώτους αγώνες είχε φανεί ότι το Τρινιντάντ και Τομπάγκο με την Αϊτή θα πάλευαν για την πρόκριση. Στις 4 Δεκέμβρη του ’73, η Αϊτή αντιμετώπισε, στο αποφασιστικό ντέρμπυ, τους παίκτες του Τρινιντάντ: ο νικητής, θα ‘ταν με το… ενάμισι πόδι στη Γερμανία!

Το παιχνίδι διεξήχθη στο κατάμεστο Σίλβιο Κατόρ, με τον «Μπέημπυ Ντοκ» Ντιβαλιέ (όπως ήταν το παρατσούκλι του) και τους «φουσκωτούς» του να βρίσκονται στην εξέδρα των επισήμων. Υπό το βλέμμα του ανώτατου άρχοντα, οι παίκτες του Τρινιντάντ είδαν να τους ακυρώνονται, ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά… τέσσερα γκολ, προτού χάσουν τελικά το παιχνίδι με 2-1, μαζί και ένα μεγάλο κομμάτι των ελπίδων τους για πρόκριση στα τελικά.

Η Αϊτή τερμάτισε πρώτη, με 8 πόντους, και πήρε την πρόκριση. Ο Ντιβαλιέ είχε κάνει το καθήκον του.

Στη Γερμανία, οι Αϊτινοί έπαιξαν με Αργεντινή (1-4), Πολωνία (0-7) και Ιταλία (1-3). Λέγεται ότι, πριν από τον αγώνα με τους Ιταλούς, που ήταν χρονικά ο πρώτος τους στο τουρνουά, έκαναν βουντού εναντίον των «ατζούρι»! Περιέργως, το ημίχρονο έληξε 0-0. Και, στο 46’, ο Εμανουέλ Σανόν άφησε άφωνη την ποδοσφαιρόφιλη υφήλιο, όταν νίκησε το Ντίνο Τζοφ, γράφοντας το 1-0! Ο σπουδαίος Ιταλός πορτιέρο είχε κρατήσει ανέπαφη την εθνική εστία για 1,142 λεπτά, κάτι που αποτελεί ρεκόρ, αλλά ο Σανόν του το χάλασε. Ο Αϊτινός φορ σκόραρε και το άλλο γκολ της χώρας στο Μουντιάλ, απέναντι στην Αργεντινή.

Το 1986, ο Ζαν-Κλοντ Ντιβαλιέ εγκατέλειψε την Αϊτή, κυνηγημένος από το μανιασμένο πλήθος που είχε επαναστατήσει εναντίον του, κατακλέβοντας τα πάντα πριν επιβιβαστεί σε αμερικανικό αεροπλάνο και διαφύγει στη Γαλλία, όπου και ζει ως σήμερα… 12 χρόνια πριν, όμως, είχε καταφέρει να στείλει την άσημη εθνική της χώρας του στο Παγκόσμιο Κύπελλο, κάνοντάς τη την πρώτη ομάδα από την Καραϊβική, που προκρίνεται στον κορυφαίο ποδοσφαιρικό θεσμό του πλανήτη μας.



Το ρεκόρ των Γκουντγιόνσεν by The_Stranger
19/04/2010, 19:35
Filed under: Παίκτες

Αυτές τις μέρες, η έκρηξη του ηφαιστείου με το όνομα-σιδηρόδρομο έχει φέρει την Ισλανδία στο επίκεντρο της προσοχής. Ας δούμε, λοιπόν, ένα θέμα σχετικό με το ισλανδικό ποδόσφαιρο, και μάλιστα με ένα από τους πλέον γνωστούς εκπροσώπους του: Τον δαιμόνιο μεσοεπιθετικό Έιντουρ Γκουντγιόνσεν.

Για τον Γκουντγιόνσεν μπορεί να ξέρετε αρκετά πράγματα από την πορεία του σε Αϊντχόφεν, Τσέλσι, Μπαρτσελόνα, Μονακό και, εσχάτως, Τότεναμ. Αυτό που μάλλον δεν γνωρίζετε είναι το περίεργο ρεκόρ που διαθέτει, αλλά και η εξίσου περίεργη ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτό το ρεκόρ.

Στις 24 Απριλίου του 1996, στο Τάλιν της Εσθονίας, η εθνική ομάδα της χώρας φιλοξενούσε αυτήν της Ισλανδίας, σε ένα φιλικό ματς. Στην 18άδα της Ισλανδίας, δύο από τους παίκτες γνωρίζονταν πολύ καλύτερα μεταξύ τους: Ήταν ο Άρνορ Γκουντγιόνσεν και ο Έιντουρ Γκουντγιόνσεν, πατέρας και γιος! Αν αγωνιζόντουσαν και οι δύο σε εκείνο τον αγώνα, θα ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του ποδοσφαίρου που θα συνέβαινε κάτι τέτοιο! Ο Άρνορ ήταν τότε 35 ετών, ενώ ο Έιντουρ 18.

Ο Άρνορ Γκουντγιόνσεν ξεκίνησε σαν βασικός, όμως ο Έιντουρ έμεινε στον πάγκο. Και, στο δεύτερο ημίχρονο, έγινε κάτι μαγικό: Ο πατέρας Άρνορ έγινε αλλαγή, και στη θέση του πέρασε ο υιος Έιντουρ! Το ρεκόρ ήταν γεγονός! Για την ιστορία, το παιχνίδι έληξε με 3-0 υπέρ των Ισλανδών.

Βέβαια, πατέρας και γιος ονειρευόντουσαν να παίξουν και οι δύο μαζί σε ένα παιχνίδι της εθνικής ομάδας. Και αυτό θα συνέβαινε, αν δεν έμπαινε στη μέση ο τότε πρόεδρος της Ισλανδικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (και αργότερα ιδιοκτήτης της Γουεστ Χαμ), Έγκερτ Μάγκνουσον. Όχι πως ο Μάγκνουσον δεν ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο, φυσικά – απλώς, ήθελε να συμβεί σε ένα εντός έδρας παιχνίδι, μπροστά στο κοινό της εθνικής ομάδας. Εξάλλου, το επόμενο εντός έδρας παιχνίδι της Ισλανδίας δεν αργούσε – δύο μήνες αργότερα, οι Ισλανδοί θα φιλοξενούσαν την FYROM, στα πλαίσια των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998.

Ωστόσο, δύο μήνες είναι υπεραρκετοί για να πλέξει η μοίρα τα δικά της, παράξενα παιχνίδια…Τον Μάιο του ίδιου έτους, ο Έιντουρ έσπασε το πόδι του σε έναν αγώνα της Εθνικής Ελπίδων της Ισλανδίας κόντρα στην αντίστοιχη της Ιρλανδίας. Ο σοβαρός του τραυματισμός τον άφησε εκτός αγωνιστικής δράσης για σχεδόν δύο χρόνια και, φυσικά, του στέρησε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να αγωνιστεί μαζί με τον πατέρα του σε ένα παιχνίδι της εθνικής ομάδας…

Όπως το έθεσε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του αρκετά χρόνια αργότερα, «Θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη στιγμή, όμως ήταν κάπως θλιβερό».

Ίδια περίπου είναι και τα συναισθήματα του Άρνορ Γκουντγιόνσεν: «Παραμένει το μεγαλύτερό μου παράπονο το ότι δεν παίξαμε μαζί, και ξέρω ότι το ίδιο ισχύει και για τον Έιντουρ», έχει δηλώσει.

Έμειναν και οι δύο με το παράπονο…Τουλάχιστον, η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται: Δύο από τους γιους του Έιντουρ Γκουντγιόνσεν, ο Άντρι και ο Σβέιν, αγωνίζονται στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα. Και μπορεί να είναι απίθανο να δούμε κάποιον από τους δύο να αγωνίζεται δίπλα στον πατέρα του, ο οποίος έχει σχεδόν πατήσει τα 32, αλλά τουλάχιστον θα μείνει το οικογενειακό όνομα στο άθλημα…